Δεύτερη Ακρόαση

Σημειώματα

 



  προηγούμενη | συνεντεύξεις | επόμενη

Ευτελείς οι τηλεοπτικοί διαγωνισμοί τραγουδιού


O στιχουργός Παρασκευάς Καρασούλος και η «Μικρή 'Αρκτος» -μια νέα πρόταση στο ελληνικό τραγούδι


«Πιστεύουμε ότι το ελληνικό τραγούδι είναι τέχνη. Έχει δώσει σπουδαίους καρπούς, έχει διαπιστεύσει την ποίηση στο ελληνικό κοινό, έχει πολύ σημαντικά μεγέθη και αυτό το δρόμο θέλουμε να ακολουθήσουμε»

Την τελευταία διετία έ­χουν πολλαπλασια­στεί οι περιπτώσεις δημιουργών που αυτο­νομήθηκαν και επιχείρησαν τις δικές τους, ανε­ξάρτητες, δισκογραφικές παραγωγές. Ο Παρασκευάς Καρασούλος, στιχουργός με εξαιρε­τικά δείγματα δουλειάς από το 1987, οπότε πρωτοεμφανίστηκε στη δισκογραφία με το «Μαγικό Κλειδί» (Κορκολής-Δημη­τριάδη), ήταν πάντως από όσους πρώτοι επεχείρησαν την «ηρωική» τους έξοδο από την «επίσημη» δισκογραφία.

Ήταν το 1993 όταν δημιούργησε τη «Μικρή 'Αρκτο», τη «δική του, ανεξάρτητη, δισκογραφική εταιρεία. Τα επόμενα χρόνια συνδέσαμε τη «Μικρή 'Αρκτο» με ενδιαφέρουσες δι­σκογραφικές παραγωγές, αλλά και με εκδόσεις. Ίσως, όμως, το πιο φιλόδοξο εγχείρημα της «Μικρής 'Αρκτου» είναι ο θεσμός των ακροάσεων νέων ερ­μηνευτών και δημιουργών. Η πρώτη απόπειρα έγινε τον Μάιο του 2002 και αφορούσε μόνον τραγουδιστές. Στην «πρώτη ακρόαση» εμφανίστη­καν 150 υποψήφιοι και επελέ­γησαν οι 7 που πρωτοσυστήθηκαν στο κοινό με έναν δίσκο. Ένας δεύτερος δίσκος που μόλις κυκλοφόρησε είναι το αποτέλεσμα της «δεύτερης α­κρόασης» που απευθυνόταν και σε ερμηνευτές αλλά και σε δημιουργούς. Ο Καρασούλος μιλά και γι' αυτή και για το παρόν του ελληνικού τραγουδιού.


- Η «δεύτερη ακρόαση» ήταν, λοιπόν, ένα ακόμα πιο φιλόδοξο εγχείρημα;
«Ναι, γιατί θελήσαμε να 'ναι ένα διπλό κάλεσμα, προς ερ­μηνευτές και δημιουργούς. Κι αυτό γιατί θεωρήσαμε ότι οι ερ­μηνευτές έχει νόημα, ακριβώς για να μην είναι "άοπλοι", να διαπιστεύονται από έναν νέο δημιουργό. Ένας ερμηνευτής καταχωρεί την παρουσία του στο υλικό που ερμηνεύει».


Νέοι με παιδεία

- Η γεύση που σας άφη­σαν οι ακροάσεις;

«Μας εντυπωσίασε το γεγονός ότι οι νέοι σήμερα εξακολου­θούν να αναπτύσσουν είτε στη μουσική είτε στο στίχο μια ά­ποψη για την ελληνική κοινω­νία που ξεπερνά τη μονοθεματική ερωτομανή, ως προς το στίχο τουλάχιστον, λογική της επίσημης δισκογραφίας. Πολλά παιδιά έχουν δύναμη, ένταση, ύφος και βάθος, διαθέτουν παι­δεία και αισθητική και έχουν στόχο για το ελληνικό τραγού­δι».

 

- Επιβιώνει ένας δίσκος με 17 τραγούδια πρωτοεμ­φανιζόμενων,

«Ο κόσμος είναι ευαισθητοποι­ημένος απέναντι στους νέους ανθρώπους. Οι δύο αυτοί δίσκοι επιβίωσαν όμως και εμπορικά, απόδειξη της ανάγκης που έ­χουμε να ανανεώνουμε τη σχέση μας με το ελληνικό τραγούδι και τα πρόσωπα του».

 

- Κι όλοι αυτοί οι νέοι δη­μιουργοί θα επιβιώσουν καλλιτεχνικά;

«Είναι ένα στοίχημα. Δεν ξέρω αν θα επιβιώσουν όλοι. Όμως, έχει μεγάλη σημασία για το ελ­ληνικό τραγούδι έστω και μερι­κοί από αυτούς να έχουν στο μέλλον ισχυρό βηματισμό. Μια τέχνη πρέπει σε κάθε εποχή να μι­λάει με τους πρωτα­γωνιστές της για το παρόν της. Είναι ένδειξη υγείας».

 

- Βλέπουμε, πάντως, όλο και περισσότερα νέα παιδιά που προσπαθούν να προσεγγίσουν το τραγούδι μέ­σα από την τη­λεόραση.

«Σε μια εποχή φθίνουσας πνευ­ματικότητας όπου η εικόνα κυ­ριαρχεί σε βάρος του λόγου, η επίσημη δισκογραφική παρα­γωγή ενσωματώνει το τραγούδι σε μια λογική προϊόντος με η­μερομηνία λήξης και με άξονα του τους ίδιους τους ερμηνευτές. Γι' αυτό και όλοι οι ευτελείς διαγωνισμοί έχουν κέντρο τους τον τραγουδιστή που, επειδή λειτουργεί με βάση την εικόνα του, είναι εύκολα καταναλώσι­μος, ελέγξιμος και χειραγωγήσιμος. Στο ελληνικό τραγούδι πάντα υπήρχε ο ερμηνευτής που λογοδοτούσε σε σχέση με το έργο και με τους δημι­ουργούς και ο τραγουδιστής που είχε άξονα τον εαυτό του και την εικόνα του. Η ελληνική δισκο­γραφία άρχισε να παρακ­μάζει από τη στιγμή που βασίστηκε κυρίως στο δεύ­τερο. Έτσι άρχισαν τα προ­βλήματα. Οι πολυεθνικές εταιρείες μπαίνοντας στην ελληνική δισκογραφία επέλεξαν να ακολουθήσουν την απολύτως βιομηχανοποιημένη εκδοχή: ήθελαν ένα προϊόν ανακυκλώσιμο μέσα στην καταστρο­φική του πορεία, ώστε να α­ντικατασταθεί από το επό­μενο. Έτσι, φτάσαμε σε ένα σημείο που το ελληνικό τραγούδι απαξιώνεται ως τέχνη. Εμείς, αντίθετα, λειτουργούμε πιστεύοντας ότι το ελληνικό τραγούδι είναι τέχνη. Έχει δώσει σπουδαίους καρπούς, έχει διαπιστεύσει την ποίηση στο ελληνικό κοινό, έχει πολύ σημαντικά μεγέθη και αυτό το δρόμο θέλουμε να ακολουθή­σουμε».

 

Όλοι τραγουδιστές

- Ξαφνικά, μάλιστα, όλοι οι Έλληνες θέλουν να γί­νουν τραγουδιστές.

«Όλοι οι Έλληνες θέλουν να γίνουν τραγουδιστές, ζωγράφοι, συγγραφείς. Όλοι γράφουν βιβλία αλλά ταυτόχρονα κανείς δεν τα δια­βάζει, δεν ακούει δίσκους και δεν βλέπει εκθέσεις. Το να έχει κανείς μια ροπή προς τα καλλιτεχνικά δεν είναι απαραιτήτως κακό. Εγώ θα το θεωρούσα μάλιστα καλό, αν υπήρχαν θεσμοί στη χώρα που αυτή την παρόρμηση θα την οδηγούσαν σε στέρεα βήματα. Στην Ελλά­δα λείπει αυτός ο απίστευτα ση­μαντικός ενδιάμεσος κρίκος. Εύκολα καταργούμε το παρελ­θόν μας και γινόμαστε επιλήσμονες. Αν ανά πάσα στιγμή το είχαμε σε εγρήγορση και ζω­ντανό, η σημερινή στιχουργική παραγωγή ευτελών προϊόντων δεν θα μπορούσε να σταθεί δί­πλα στο λόγο σημαντικών ποι­ητών και στιχουργών και συνε­πώς θα ήταν αυτονόητη και η α­παξίωση».

 

- Δεν είναι δύσκολο σε μια τέτοια εποχή να υπερα­σπίζεσαι την αισθητική προσπαθώντας να επιβιώ­σεις και οικονομικά;

«Είναι πραγματικά μια δύσκο­λη εποχή για ανεξάρτητες προ­τάσεις και για δημιουργούς που θέλουν να υπερασπιστούν την καλλιτεχνική τους αυτονομία και ελευθερία. Τα πράγματα εί­ναι δύσκολα από τη στιγμή που θα επιλέξει κανείς να μην α­φήσει τον εαυτό του έρμαιο στις απαιτήσεις μιας βιομηχανίας θεάματος. Σ' αυτή την περίπτω­ση θα αντιμετωπίσει εμπόδια και το βάσανο της απομόνωσης και θα πρέπει να εξαντλήσει ό­λη την υπομονή και επιμονή του. Όμως, δεν είναι αλήθεια ότι η πορεία προς την ευτέλεια είναι μονόδρομος. Η αισθητική χωρίζει τους ανθρώπους δημι­ουργικά, τους αναγκάζει να μάθουν τον εαυτό τους και τους επανενώνει τελικά σε πιο υγιή σύνολα. Είναι ψέμα ότι το ελληνικό τραγούδι δεν ξεχωρίζεται. Χωρίζεται από τη στιγμή που είναι τέχνη και υπάρχουν αισθητικά κριτήρια κατάταξης και αξιολόγησης».

 

Ελπίδα οι ανεξάρτητοι

- Ωστόσο, οι μικρές εται­ρείες και οι ανεξάρτητες παραγωγές πολλαπλασιά­ζονται.

«Η ανάδειξη νέων ανεξάρτη­των σημάτων από καλλιτέχνες ή από καλλιτεχνικές ομάδες είναι μια ένδειξη πολύ αισιό­δοξη μέσα σ' αυτή την κρίση, την παρακμή και την απαξίω­ση. Αυτή είναι και η μόνη ελ­πίδα για τη συνέχεια του τραγουδιού. Αντίστοιχες προσπά­θειες γίνονται σε όλους τους χώρους της τέχνης. Για μένα λοιπόν η απάντηση βρίσκεται στη συλλογικότητα, στο διάλο­γο, στη συσπείρωση».

 

- Εσείς έχετε την ιδιότητα και του δημιουργού. Επι­σημάνατε πριν την ερωτομανία του ελληνικού στί­χου. Πού οφείλεται;

«Αυτή η εποχή της ασημαντό­τητας δεν θέλει ένα ελληνικό τραγούδι που να συνδιαλέγεται με την κοινωνία. Σημαντικούς στιχουργούς έχουμε και παλαι­ότερους και νεότερους. Απόδει­ξη είναι αυτή η δουλειά. Ο λό­γος των παιδιών έχει βάθος, ύφος και συνδιαλέγεται με την κοινωνική πραγματικότητα. Αλλά αυτόν το λόγο δεν τον προκρίνει η ελληνική δισκογραφία. Δεν τον θέλει, διότι δη­μιουργεί ένα μέγεθος που δεν της κάνει, θέλει μικρά μεγέθη, ελέγξιμα και χειραγωγήσιμα. Αλλά εγώ νομίζω ότι από τη στιγμή που θα ανοίξουμε τις πόρτες και θα δείξουμε εμπι­στοσύνη στους νέους, ταυτόχρο­να οι Έλληνες δημιουργοί θα διεκδικήσουμε με θάρρος και θράσος την αυτονομία μας, δεν έχουμε να φοβόμαστε τίποτα».

 

- Εσάς σας έχουν κλείσει την πόρτα;

«Πολύ συχνά. Φανταστείτε ό­τι το 1993, παρότι είχα ένα συμ­βόλαιο με μια δισκογραφική, ε­πειδή δεν μπορούσα να κάνω αυτά που ήθελα, το διέκοψα, ε­πέστρεψα την προκαταβολή και ξεκίνησα τη "Μικρή 'Αρκτο". Τα προβλήματα που σας περιέγραψα έχουν φτάσει τώρα στο ζενίθ τους στην ελλη­νική δισκογραφία. Δεν είναι εύκολο ούτε και για πολύ μεγά­λα ονόματα του ελληνικού τρα­γουδιού να πάνε παραπέρα το όνειρο τους, να προτάξουν και να υπηρετήσουν την αισθητική τους. Η ελληνική δισκογραφία μιλάει μόνο για πωλήσεις, εί­ναι σε σύγχυση κι ενώ, στην πραγματικότητα, το καλό ελλη­νικό τραγούδι είναι αυτό που ε­ξασφαλίζει πάντα τις πωλήσεις μες στο χρόνο, το απαξιεί. Και νομίζει ότι το κοινό έχει αλλά­ξει. Ε, λοιπόν δεν έχει αλλά­ξει. Ούτε άλλωστε είναι ένα το κοινό. Είναι πολλές ομάδες αν­θρώπων που έχουν διαφορετική αισθητική και διαφορετική ει­κόνα για τα πράγματα...».

ΝΑΤΑΛΙ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ
εφημερίδα Ελευθεροτυπία, Παρασκευή 30/04/2004



  προηγούμενη | συνεντεύξεις | επόμενη

Οι ακροάσεις της «Μικρής 'Aρκτου» καρποφορούν

Οι ακροάσεις νέων καλλιτεχνών και οι ανεξάρτητες εταιρείες είναι κατά τον Παρασκευά Καρασούλο, το μέλλον της ελληνικής δισκογραφίας

Την εποχή που δεκάδες νέοι τρέχουν διψασμένοι για να φανούν και να «χρυσωθούν» έστω για μια σεζόν, στο Fame story, στο Super Idol, στο Pop stars και ό,τι άλλο μπορεί να σκαρφιστεί η μουσική και τηλεοπτι­κή βιομηχανία με την πρόφαση της ανεύρεσης των νέων ταλέντων στο τραγούδι, υπάρχουν κάποιοι που α­κολουθούν ένα δρόμο διαφορετικό. Να φανούν θέλουν κι αυτοί, όχι ό­μως με τη γελοιοποίηση της εικόνας τους, αλλά το ίδιο το τραγούδι.

Πρόσφατο παράδειγμα η δεύτερη ακρόαση της «Μικρής 'Aρκτου» που διευθύνει ο στιχουργός Παρασκευάς Καρασούλος, μιας εταιρείας ανεξάρτητης που κινείται στη μουσική, στις εκδόσεις στον χώρο των εικα­στικών τεχνών. Η πρώτη διοργάνω­ση (αφορούσε μόνο ερμηνευτές), έ­γινε τον Μάιο του 2002 και ο δίσκος που αποτύπωσε το αποτέλεσμά τους κυκλοφόρησε στο τέλος του ί­διου χρόνου.

Πρόσφατα εκδόθηκε το αποτέλε­σμα της δεύτερης ακρόασης που εί­χε δύο πλευρές: νέους δημιουργούς και στο δεύτερο σκέλος της νέους ερμηνευτές. Δεκαπέντε νέοι δημι­ουργοί και 11 νέοι τραγουδιστές ή­ταν μια καλή σοδειά μαζί και τα 17 τραγούδια τους που απέδειξαν (χωρίς να 'ναι όλα διαμάντια), ότι δεν είναι όλα μαύρα στο τραγούδι.

«Στόχος μας, λέει ο Παρασκευάς Καρασούλος, ήταν να παντρέψουμε νέους ερμηνευτές και δημιουργούς γιατί η πρώτη δοκιμή μάς έδειξε ότι οι ερμηνευτές στην ουσία είναι άο­πλοι όταν δεν έχουν καλό υλικό να υποστηρίξουν».

Όμως ποιος μπορεί να αρνηθεί ό­τι ζούμε σε μια περίοδο βαθιάς σύγχυσης. Νέα ταλέντα ψάχνουν όλοι. Αλλά πώς; «Στην ελληνική μουσική υπάρχουν δύο σπίτια. Στο ένα κα­τοικούν όσοι πιστεύουν στο καλλι­τεχνικό τραγούδι, βασισμένο στον λόγο και την ισχυρή μελωδική γραμμή. Το δεύτερο σπίτι κατοικεί­ται απ' όσους βλέπουν το τραγούδι μόνο ως βιομηχανικό προϊόν». Εκεί η εικόνα του τραγουδιστή είναι δια­φορετική απ' ό,τι υπήρξε στο έντε­χνο. «Λειτουργεί ως διαφημιστικό προϊόν, γι' αυτό είναι και τόσο γρή­γορα καταστρέψιμη. Αυτοκαταστρέφεται μέσα από τη λογική του βιομηχανικού προϊόντος που διανύ­ει με ιλιγγιώδη ταχύτητα την πορεία από τον κατασκευαστή στον καταναλωτή».

Το «τραγούδι έργο τέχνης» ψά­χνει η Μικρή 'Aρκτος. Όμως για να μην τα ωραιοποιούμε όλα, δεν πρέ­πει να ξεχνάμε ότι «μουσικά εγκλή­ματα» έγιναν και στην πλευρά του λεγόμενου έντεχνου τραγουδιού. «Φυσικά, κι αυτός ο χώρος είχε μέσα του καλλιτέχνες ελάσσονος σημασίας, θα 'ταν παράδοξο αν δεν είχε. Σήμερα όμως τα πράγματα είναι πιο επικίνδυνα γιατί στην ελληνική δι­σκογραφία εδραιώθηκαν πολυεθνικές δισκογραφικές και η τηλεόραση. Μην ξεχνάμε ότι η εικόνα έχει κλέ­ψει την παράσταση από τον λόγο». Τα νέα παιδιά αντικρίζουν κλειστές πόρτες. Έχει δημιουργηθεί μάλιστα ένα σύστημα που αποτρέπει κάθε καλλιτεχνική πρωτοβουλία που έχει αισθητική, και διαφέρει. «Πράγματι βλέπουμε ανθρώπους γύρω μας που απλώς παραλλάσσουν τα ίδια προϊό­ντα. Γι' αυτό υπάρχει κι αυτή η απα­ξίωση και για τα cd».

Είναι σαφές πια ότι η δισκογρα­φία δεν ενδιαφέρεται να αναπτύξει και να στηρίξει νέους μύθους. Όμως τι ενδιαφέρει τους σημερινούς 20άρηδες; «Από τις δυο ακροάσεις έ­χουμε ένα στατιστικό δείγμα 1.000 ανθρώπων, από τους οποίους οι 600 είναι δημιουργοί απ' όλη την Ελλά­δα και το εξωτερικό. Σε αυτό στά­θηκε αρωγός το Β' Πρόγραμμα. Μας έδωσαν λοιπόν μια εικόνα του τι συμβαίνει στην κοινωνία. Η έκπλη­ξη μας ήταν θετική. Βρήκαμε νέους που γράφουν ωραία τραγούδια με ε­πίκαιρο και πολυθεματικό λόγο κι ό­χι με βάση την ερωτομανία που τα­λανίζει την ελληνική δισκογραφία».

Το θέμα είναι να υπάρξουν κι από άλλους φορείς αντίστοιχες ακροά­σεις». Αυτές κατά τον Π. Καρασούλο είναι το μέλλον όπως και οι ανεξάρτητες εταιρείες.

Γιώτα Συκκά
εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, Σάββατο 08/05/2004






  προηγούμενη | συνεντεύξεις | επόμενη

Μια παρέμβαση για καλό τραγούδι

Ο στιχουργός Παρασκευάς Καρασούλος μιλάει για την πρωτοβουλία της Μικρής 'Aρκτου να προβάλει νέους δημιουργούς

ΚΑΜΙΑ φορά για να κάνεις τα όνει­ρα σου πραγματικότητα, χρειά­ζεται εκτός από την τρέλα και η πίστη σε αυτά. 0 στιχουργός Παρασκευ­άς Καρασούλος, εκτός από πίστη, πρέπει να έχει και κάποια δόση τρέλας για να πάρει την απόφαση πριν από πέντε χρόνια να ηγηθεί μιας (πολύ)καλλιτεχνικής ομάδας, της Μικρής 'Aρκτου, με την οποία επεδίωκε και συνεχίζει να επιδιώκει να ανοίξει τον δρόμο σε νέους ανθρώπους. Πριν από λίγο καιρό παρουσιάστηκε το δεύτερο CD με τίτλο «Δεύτερη Ακρό­αση Νέων Καλλιτεχνών της Μικρής 'Aρκτου», όπου παρουσιάζονται 15 νέοι δημιουργοί (στιχουργοί, συνθέτες, τραγουδοποιοί) και 11 νέοι ερμηνευτές, σε 17 τραγούδια.

Προτού φθάσουμε όμως σε αυτή τη δεύτερη δουλειά της Μικρής 'Aρ­κτου, ο καλλιτεχνικός διευθυντής μάς θυμίζει στη συνέντευξη που παρα­χώρησε στο «Βήμα», ότι «στόχος της ομάδας είναι να προσπαθήσει να περιφρουρήσει έναν κόσμο που δεν θέλει και δεν επιθυμεί την άκρατη (μουσική - και όχι μόνο) κατανά­λωση». Και προσθέτει: «Στη δεκαε­τία του '90 άλλωστε αυτό που ονομάζουμε έντεχνη μουσική και τρα­γούδι περιχαρακώθηκε μέσω της όποιας ανάπτυξης της γηγενούς μουσικής βιομηχανίας, με αποτέ­λεσμα οι δημιουργοί του να μην μπορούν να κάνουν γνωστό το «σή­μα» τους. Ως εκ τούτου η Μικρή 'Aρκτος δημιουργήθηκε για να καλύ­ψει αυτή την ανάγκη αναλαμβά­νοντας πρωτοβουλίες οι οποίες δεν είναι μόνο μουσικές, δηλαδή απο­κλειστικά και μόνο ηχογράφηση άλμπουμ».

«Οι άξονες στους οποίους κινού­μαστε», σημειώνει ο ίδιος, «είναι τέσσερις. Εκδόσεις, δισκογραφία, συναυλίες και εικαστικές παρεμβάσεις. Ακολουθούμε μια πορεία όπου οι παραπάνω τέσσερις άξονες λει­τουργούν αλληλοσυμπληρωματικά με απώτερο στόχο ως ομάδα να απο­κτήσουμε (και ως ένα σημείο έχου­με αποκτήσει) ένα αναγνωρίσιμο «σήμα». Η Μικρή 'Aρκτος είναι ένας πολιτιστικός οργανισμός».

Ένας πολιτιστικός οργανισμός που για την παραγωγή της «Δεύτερης Ακρόασης» του παρέλαβε και άκου­σε περισσότερα από 5.000 τραγού­δια 600 νέων δημιουργών από όλη την Ελλάδα και το εξωτερικό, ενώ στην Ακρόαση νέων ερμηνευτών ο αριθμός των συμμετεχόντων έφθα­σε τους 350. (Το σχέδιο αυτό υπο­στηρίχθηκε από το Β' Πρόγραμμα της ΕΡΑ και τους 19 Περιφερειακούς Σταθμούς της.) «Αυτό που βλέπω», σημειώνει ο Παρασκευάς Καρασού­λος, «είναι ότι ο χώρος της ελληνικής δισκογραφίας κινείται με όρους βιομηχανίας σχεδόν αυτονόητους. Αντιμετωπίζουν δηλαδή το τραγού­δι σαν προϊόν και όχι ως έργο τέχνης και αυτό έχει ως αποτέλεσμα να μην μπορεί ο δημιουργός, ο τραγουδιστής να λειτουργήσει ελεύθε­ρα. Και αυτό, φυσικά, δημιουργεί προβλήματα στους νέους δημιουργούς. Η Μικρή 'Aρκτος λοιπόν θέλει να σπάσει όλο αυτό το πλαίσιο της βιομηχανίας και να δημιουργήσει τις αναγκαίες και ικανές συνθήκες ώστε να υπάρξουν και πάλι οι κατάλληλες ζυμώσεις».

Με τα στοιχεία της Πρώτης και της Δεύτερης Ακρόασής ο Παρασκευάς Καρασούλος κάνει λόγο για νέους «που εξακολουθούν να αντιμετωπί­ζουν το τραγούδι ως αντικείμενο τέχνης, παρόλο που «έχουν φάει πόρτες». Είναι μια θετική έκπληξη ενώ παράλληλα είναι και μια οδυνηρή διαπίστωση. Ακόμη και μια βιομη­χανική πραγματικότητα, αν η καλ­λιτεχνική δημιουργία δεν λειτουρ­γήσει με κάποιους κανόνες, πεθαί­νει. Η βιομηχανία της δισκογραφίας ενδιαφέρεται όμως για το τώ­ρα και όχι για το μέλλον. Το «αίτη­μα» σήμερα είναι να γράφονται σαχλαμάρες. Να καταναλωθούν και παράλληλα να αυτοκαταστραφούν άμεσα. Στη μουσική και στο τρα­γούδι πρέπει όμως να υπάρχουν άν­θρωποι που θα πάρουν τους νέους από το χέρι για να τους οδηγήσουν παραπέρα. Με γνώση, αγάπη και εμπειρία».

Τα επόμενα σχέδια της Μικρής 'Aρ­κτου εστιάζονται στην έκδοση μιας βιογραφίας του Ρεμπό, η οποία θα εκδοθεί ως το φθινόπωρο, ενώ την ίδια εποχή θα πραγματοποιηθεί και το Α' Φεστιβάλ Μικρής 'Aρκτου, το οποίο θα είναι τετραήμερο και θα λά­βει χώρα στην Αίγινα. «Όλα αυτά γί­νονται με τρομερές δυσκολίες, όμως θέλουμε να πιστεύουμε ότι τα βήμα­τα μας είναι αργά αλλά σταθερά» κα­ταλήγει ο Παρασκευάς Καρασούλος.

Γ. ΣΚΙΝΤΣΑΣ
εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ, Πέμπτη 08/04/2004






  προηγούμενη | συνεντεύξεις | επόμενη

ΜΟΥΣΙΚΕΣ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

«Πολιτική πράξη η ανανέωση στο ελληνικό τραγούδι»

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΕ ΤΟΝ ΣΤΙΧΟΥΡΓΟ ΠΑΡΑΣΚΕΥΑ ΚΑΡΑΣΟΥΛΟ

 

Πώς ξεκίνησε η ιδέα της Μι­κρής 'Aρκτου για τις Ακροάσεις;

Τα τελευταία χρόνια όλο και πιο συχνά το έντεχνο ελληνικό τραγούδι, εμφανίζει συμπτώμα­τα επικίνδυνης κούρασης. Η α­πώλεια της ανατρεπτικής του δύ­ναμης, η ενσωμάτωση του στο κυρίαρχο εκσυγχρονιστικό αξιακό καθεστώς, το αισθητικό του σήμα, η προσχώρηση του στο πολιτικό σύστημα, η αδυνα­μία του να προχωρήσει στην ανανέωση του καλλιτεχνικού του δυναμικού, η λειτουργία του μέ­σα από ισχυρά και ανελαστικά κυκλώματα- το μετέτρεψαν σε παθητικό δευτεραγωνιστή της δισκογραφικής βιομηχανίας, σε μια εποχή μάλιστα που ακριβώς αυτή η βιομηχανία, εμφάνιζε τε­ράστια δομική κρίση προσανα­τολισμού και στρατηγικής. Οι Έλληνες είχαμε συνηθίσει να κινούνται αλλιώς τα πράγματα στο ελληνικό τραγούδι: είχαμε αγαπήσει το νεανικό παλμό μιας τέχνης ζωντανής που συνομιλούσε αδιάκοπα με τις αγωνίες, τις συγκινήσεις, τα αισθήματα των πιο ριζοσπαστικών μας αιτημά­των. Που ήταν δίπλα και πολλές φορές μπροστά από τον κόσμο. Ξαφνικά είδαμε κι ακούσαμε το τραγούδι και τους δημιουργούς του γερασμένους κι εξασφαλι­σμένους. Οι Ακροάσεις που διοργανώσαμε ήταν μια βαθύ­τατα πολιτική πράξη. Ήταν πί­στη μας πως παρότι αποκλεισμένοι από την κυρίαρχη δισκογρα­φική βιομηχανία, οι νέοι δη­μιουργοί και ερμηνευτές εξακο­λουθούν να ακουμπούν στο καλ­λιτεχνικό τραγούδι τις αυθεντι­κές ανάγκες τους, το στοχασμό και την ελεύθερη ματιά τους. Θελήσαμε ν' ανοίξουμε ένα πα­ράθυρο, για να μπει φρέσκος αέρας. Μέσα από αυτές τις Ακροάσεις μας κατέκλυσε ένας ζωογόνος και ελπιδοφόρος άνε­μος από το μέλλον.

 

Πόσα άτομα πέρασαν από τις Ακροάσεις της Μικρής 'Aρκτου;

Μας έστειλαν υλικό τους πά­νω από 600 νέοι δημιουργοί από όλη την Ελλάδα. Ακούσαμε 5.000 τραγούδια. Ακούσαμε επί­σης 500 νέους ερμηνευτές. Η αί­σθηση που αποκομίσαμε στηρί­ζεται στην προσεκτική μελέτη των δεδομένων ενός μεγάλου και ευρύτατου πια δείγματος, που μας λέει πως η εικόνα στους νέους είναι διαφορετική από αυ­τή που μας παραδίδει η τηλεόρα­ση και το σύστημα ως κυρίαρχη. Υπάρχουν εκατοντάδες νέοι δη­μιουργοί και ερμηνευτές που ε­ξακολουθούν να βλέπουν το τραγούδι ως καλλιτεχνική έκ­φραση με αισθητικούς κανόνες, ως τέχνη ικανή να εκφράσει τη συγκίνηση και τις επιθυμίες τους.

 
 

Ποιο ήταν το βασικό κριτήριο για την επιλογή τους;

Το κατά πόσο ήταν έτοιμοι να προχωρήσουν στο επόμενο βή­μα. Δεν αναζητούσαμε απλώς 17 ωραία τραγούδια. Το ζητούμενο ήταν να ανακαλύψουμε νέους δημιουργούς που μπορούν να διεκδικήσουν ισχυρό και ιδιαίτερο βηματισμό στο μέλλον του ελληνικού τραγουδιού. Ταλα­ντούχους νέους που μπορούν να δημιουργήσουν με επαρκείς ό­ρους νέα δεδομένα. Που διαθέ­τουν άποψη και θέληση, ώστε να ανανεώσουν τα πράγματα στο ελληνικό τραγούδι. Πιστεύω πως αυτό θα φανεί πιο καθαρά, όταν εκδοθούν στο άμεσο μέλ­λον, και οι προσωπικές τους δουλειές.

 

Μιλάτε για ουσιώδη εναλλα­κτική πρόταση στο λόγο, στη μουσική και στην ερμηνεία, αυ­τό πόσο είναι εφικτό να το αντι­ληφθεί το ευρύ κοινό;

Η υποδοχή της πρωτοβουλίας μας από το κοινό- και ιδιαίτερα τους νέους- είναι εντυπωσιακά θερμή. Τα τραγούδια ακούγο­νται στους ραδιοφωνικούς σταθ­μούς σε όλη την Ελλάδα, ο δί­σκος πάει καλά στις πωλήσεις του, συζητιέται πολύ στον χώρο της δισκογραφίας. Νομίζω πως η κοινωνία δεν έχει αφομοιωθεί ολόκληρη σ' αυτό το άθλιο παιχνίδι πολιτιστικού εκμαυλισμού και τηλεοπτικής ευτέλειας. Υπάρχουν κομμάτια της ελληνι­κής κοινωνίας, που εξακολου­θούν να ζουν αλώβητα, να ερευ­νούν και να έχουν αισθητικές α­νάγκες και απαιτήσεις. Απλώς αυτά τα κοινωνικά μερίσματα διεκδικούν -και πολύ καλά κά­νουν- καθαρότητα σήματος και συνέπεια για να συμμετάσχουν στο παιχνίδι της όποιας προσπά­θειας. Για να υπάρξουν και να συντηρηθούν νέοι μύθοι χρειά­ζεται αλήθεια, συνέπεια και επι­μονή. Αν μια πρωτοβουλία τα διαθέτει αυτά τα στοιχεία θα βρει ανταπόκριση. Ίσως όχι α­μέσως, αλλά δεν θα μείνει εύκο­λα αδικαίωτη και χωρίς συμμά­χους.

 

Ακούγοντας το cd δεν ανα­γνωρίζουμε ένα συγκεκριμένο μουσικό ύφος. Αυτό αντικατο­πτρίζει την σημερινή πολυσυλλεκτικότητα που επικρατεί στο ελληνικό τραγούδι;

Πάντα υπήρχε αυτή η πολυσυλλεκτικότητα κι εγώ νομίζω πως είναι και δείγμα υγείας, η ε­πικοινωνία του καλλιτεχνικού μας τραγουδιού με διαφορετι­κούς μουσικούς δρόμους και κό­σμους. Το επέβαλλε άλλωστε η γεωπολιτική θέση της Ελλάδας. Αυτό το μωσαϊκό ήχων και τρό­πο δεν λειτουργεί σε βάρος της ταυτότητας μας, όσο κρατά το νήμα με τον Λόγο και την ιστορι­κή του διαδρομή. Το τραγούδι χαρακτηρίζεται κυρίως από το Λόγο κι όχι από τη μουσική του φόρμα, ειδικά στην Ελλάδα. Αυ­τό είναι το ιδιαίτερο στοιχείο που μας κάνει να μιλάμε για ε­θνικό τραγούδι. Μόνο εμείς και οι Πορτογάλοι εξακολουθούμε να διαθέτουμε αυτή την τόσο α­ναγκαία «πολιτιστική πολυτέ­λεια». Οι υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες έχουν λίγο ως πολύ ενσω­ματωθεί στον αμερικάνικο πολι­τιστικό εκβαρβαρισμό, τουλάχι­στον στη δισκογραφική βιομη­χανία.

Λ.Μ.
εφημερίδα ΕΠΟΧΗ, Κυριακή 09/05/2004



  προηγούμενη | συνεντεύξεις | επόμενη

Μικρή μαγιά, ζυμεί όλο το φύραμα…

 

«Τα πράγματα στο ελληνικό τραγούδι έχουν αλλά­ξει. Με την κυριαρχία των πολυεθνικών εταιριών, άλλα­ξε ο προσανατολισμός του. Έγινε καθεστωτική δύναμη.


Γι' αυτό και άλλαξε η πορεία σχέσης του με το κοινό. Απαξιώθηκε. Από εκεί προέρχεται όλη η γκρίνια για το πόσο κοστίζει ένα
cd κι αν μπορεί ο κόσμος να το αγο­ράσει. Ενώ το ελληνικό τραγούδι ήταν μια πηγαία ανα­τρεπτική δύναμη, είχε πνευματικότητα, ήταν ταυτισμέ­νο με το παραπέρα της ζωής των ανθρώπων, τα τελευταία χρόνια, έγινε συνοδοιπόρος της θλίψης και της σύγχυσης των ανθρώπων».

 

«Είναι αλήθεια, oτι υπάρχουν αισθητικά κριτήρια, κατάταξης, διαχωρισμού, και αποτίμησης ενός έργου τέχνης. Δεν πιστεύω ότι ο ακροατής ελληνικής μουσι­κής, μπορεί ισότιμα να συμπεριλάβει στην ακρόαση του, το Νίκο Καρβέλα με το Μάνο Χατζιδάκι. Διαφέρουν αισθητικά. Είναι ψέμα αυτό που λένε, ακούω τα πάντα ανάλογα την ψυχική διάθεση μου. Αυτό το επέβαλε η μουσική βιομηχανία, για να μπορεί να πουλάει τα πά­ντα, με τον ίδιο τρόπο και στις ίδιες ποσότητες. Πρόκει­ται αν όχι περί αισθητικής σχιζοφρένειας τουλάχιστον περί αισθητικής σύγχυσης του ακροατή, αν ακούει ισό­τιμα τους παραπάνω».

 

Το ελληνικό τραγούδι έχει συντηρητικοποιηθεί, ακολουθεί το δρόμο των πολυεθνικών είναι μονοθεματικό και κυ­ριαρχούν σε αυτό τα ίδια εδώ και 40 χρόνια ονόματα. Χρειάζεται ανανέωση και αυτή την προσφέρουν μικρές ανεξάρτητες παραγωγές όπως η Μικρή 'Aρκτος και ο εμπνευστής της Παρασκευάς Καρασούλος. Η Μικρή 'Aρκτος άρχισε δειλά πριν 7 χρόνια. Σήμερα, ο Παρα­σκευάς Καρασούλος που τη διευθύνει, μετρά­ει μόνο καλές ποιοτικές δουλειές και κερδι­σμένα στοιχήματα με το χώρο του βιομηχανο­ποιημένου θεάματος. Πάει κόντρα σε όλους και όλα, με τη στήριξη μιας μικρής μαγιάς κοι­νού, που φαίνεται να επηρεάζει όλο και περισσότερους κύκλους.

 

Ο Παρασκευάς Καρασούλος, μιλάει στον «Πολιτισμό», για το σήμερα και το αύριο της Μικρής 'Aρκτου, αλλά κυρίως για το ελληνικό τρα­γούδι και την αισθητική μας διαφοροποίηση, πι­στεύοντας ότι η υγεία της τέχνης κρίνεται από τη δυνατότητα ανανέωσης της.

«Είναι χαρά μου που μιλάμε, επικοινωνώ με το κοινό της επαρχίας, που για μένα έχει μεγάλη σημασία», είναι τα πρώτα του λόγια της συνά­ντησης μας.

 

- Είναι μεγάλη ευθύνη να αναλάβει κάποι­ος ένα εκδοτικό έργο με βιβλία αλλά και δίσκους ταυτόχρονα. Πώς αποφασίσατε να κά­νετε και τα δύο ταυτόχρονα;

Από την αρχή του πειράματος της Μικρής 'Aρκτου, είχαμε πολύ μεγάλες ελπίδες στο κοινό της περιφέρειας, για να στηρίξει τη δουλειά μας, τόσο στο μουσικό, όσο και στο εκδοτικό της κομμάτι. Ξέραμε ότι το κοινό της περιφέρει­ας, προσεγγίζει τα πράγματα με μεγαλύτερη αθωότητα, απ' ότι το κοινό της Αθήνας, που βομβαρδίζεται έτσι κι αλλιώς, από το μιντιακό καθεστώς, που παρέχει συγκεκριμένη πληρο­φόρηση και άποψη για τα πράγματα.

 

- Είναι πιο καχύποπτο το κοινό της Αθή­νας;

Όχι πιο καχύποπτο, αλλά σε μεγαλύτερη σύγχυση, απ' ότι το κοινό της περιφέρειας και πιο εύκολο ελέγξιμο. Χαρακτηριστικό του είναι, ότι ζει με ιλιγγιώδη ταχύτητα, μια καθημερινότητα βεβαρημένη σε περιβάλλον σχεδόν νοσηρό, πόλεις απρόσωπες, με βομβαρδισμό πληροφό­ρησης που πολλές φορές, βρίσκεται πέρα και έξω από κάθε όριο. Το κοινό της περιφέρειας ζει πιο ανθρώπινη ζωή, τα πράγματα είναι σε μικρότερα μεγέθη τοποθετημένα και η πληροφορία μπο­ρεί πιο εύκολα να παίρνει ένα χρό­νο ελέγχου, κατανάλωσης και φιλ­τραρίσματος.

Από την άλλη μεριά, η Μικρή 'Aρκτος ξεκίνησε ως πείραμα, ένα όνειρο, μιας ομάδας ανθρώπων. Τώρα πια, έχουν περάσει 7 χρόνια από την πρώτη της εμφάνιση, το σήμα της είναι ευανάγνωστο, δια­κριτό, αλλά το πιο σημαντικό, είναι ότι αυτή η μικρή ομάδα περνώντας μέσα από δύσκολες συγκυ­ρίες, κατάφερε να μεγαλώσει, να πραγματοποιήσει πολλά όνειρα, πράγμα που είναι καμάρι και περηφάνια για όλους μας. Δεν έχουμε κάνει παραχωρήσεις και εκπτώσεις στους στόχους μας. Ο τρόπος δου­λειάς, ήταν εντελώς αυτόνομος σε σχέση με την υπάρχουσα πολιτιστική κατάσταση, γι' αυτό και οι προτάσεις μας βρήκαν πρόσφορο έδαφος στο κοινό και απέσπασαν την επιτυχία.

 

- Η εκδοτική σας προσπάθεια έχει ξαφνιά­σει ευχάριστα το αναγνωστικό κοινό. Η προσπάθεια σας, είτε αφορά στην τέχνη, την ποί­ηση ή τη βιογραφία, είναι μοναδική, αφού τέ­τοια βιβλία δεν κυκλοφορούν εύκολα από τους παραδοσιακούς εκδότες. Μια τέτοια προσπάθεια, είναι ακριβή υπόθεση. Σας έχει αποζημιώσει;

Το πείραμα στη Μικρή 'Aρκτο, τόσο στη δι­σκογραφία όσο και στα βιβλία δεν είχε στόχο την κερδοφορία της εταιρίας. Ήταν στόχος καλλιτεχνικός. Υπερασπιστήκαμε ως εταιρία ένα κόσμο, που πιστεύαμε ότι πρέπει να σωθεί και να αποκτήσει, αμυντικό μηχανισμό λειτουργίας. Παρ όλα αυτά, όλες μας οι δουλειές, αν μη τι άλλο έχουν επιστρέψει τα έξοδα τους. Κι αυτό είναι σημαντικότατο για μας. Όμως και αυτό να μην είχε συμβεί, υπήρχε η υπομονή και επιμονή που χρειάζονταν για να υπερασπιστούμε τις προτάσεις μας.

 

- Είναι φορές που ξεκινάτε μια παραγωγή χωρίς να περιμένετε το ανταποδοτικό της τέ­λος;

Αυτό που μας ενδιέφερε, ήταν οι προτάσεις μας, να μπορούν να απευθυνθούν και να αγκα­λιάσουν, το κοινό που τους αντιστοιχεί, άρα εξ ορισμού, έχουμε περιορισμένο κοινό. Από την αρχή, είχα την αντίληψη ότι η αισθητική πρότα­ση, ενός φορέα ή καλλιτέχνη, χωρίζει τους αν­θρώπους, δεν τους ενώνει. Απευθύνεται σε υποσύνολα αυτού που ονομάζουμε ευρύτερο κοινό, γιατί η αισθητική βοηθάει εμάς πάνω απ' όλα, να ψάξουμε στο βάθος του εαυτού μας, να δούμε τα προσωπικά μας χρώματα, και να δο­μήσουμε την άποψη μας για τον κόσμο. 'Aρα, οι προτάσεις μας, είτε αυτή ήταν η βιογραφία του Λόρκα, του Καραβάτζο, τα ποιήματα ενός άγνω­στου Κουβανού δημιουργού, ή το βιβλίο της Στέλλας Βλαχογιάννη και στη δισκογραφία, δουλειές όπως «η Μικρή Πατρίδα», «οι Δον Κιχώτες», οι ακροάσεις με νέους ερμηνευτές, ξέρα­με ότι έχουν περιορισμένο κοινό, το οποίο όμως, ήταν υπαρκτό. Αυτό θα μπορούσε να υποστηρίξει και να διασώσει αυτό το δρόμο, να τον υποστηρίξει και να του δώσει αναπνοές δύ­ναμης και ζωογόνα ανάσα. Παλέψαμε με νύχια και δόντια για να απευθυνθούμε σε συγκεκριμέ­νο κοινό, να αποκτήσουμε χώρο στα μέσα ενημέρωσης, για να γίνουμε μια υπολογίσιμη δύνα­μη, για χάρη αυτού του κοινού, που δεν είναι ακριβώς εν υπνώσει, αλλά παραμελημένο. Αυτή τη στιγμή, έχουμε καταφέρει να ενορχηστρώ­σουμε ένα δίκτυο φίλων-υποστηρικτών της Μικρής 'Aρκτου, που εκτείνεται σε όλη την Ελλά­δα, (ήδη την τελευταία μας προσπάθεια την υποστήριξαν 19 σταθμοί, ως αλυσίδα διαύλων,) οι οποίοι ενημερώνονται για κάθε μας έκδοση, παρακολουθούν τις δραστηριότητες μας, αγο­ράζουν τα βιβλία μας, έρχονται στις συναυλίες μας, είναι για μας ένα πολύ μεγάλο κέρδος και σπουδαία δύναμη για να συνεχίσουμε. Όπως εί­χε πει και ο Μάνος Χατζιδάκις, τα άτομα στα οποία απευθύνονταν στην Ελλάδα, δεν ήταν πα­ραπάνω από 10.000. Κι εμείς, σε αυτούς απευ­θυνόμαστε. Είναι αυτό που λέμε, «μικρή μαγιά, ζυμεί όλο το φύραμα». Οι προσπάθειες που στηρίζονται αποδεικνύοντας ότι έχουν παρόν και μέλλον.

 

- Κάποιος που θα πάρει ένα cd σας θα αναρωτηθεί, τι θέλει να είναι ο Παρασκευάς Καρασούλος, παραγωγός, δημιουργός, ενορ­χηστρωτής της όλης προσπάθειας. Τι πρόσω­πο θέλει να δώσει προς τα έξω;

Κύρια δουλειά μου, είναι αυτή του δημιουρ­γού. Του ανθρώπου που γράψει τραγούδια, ποι­ήματα, δουλειά συγγραφική. Η δουλειά στη Μι­κρή 'Aρκτο είναι επίσης, μια καλλιτεχνική δημι­ουργία. Μια πρόταση όπου το Α και το Ω στην πορεία διεκπεραίωσης της, είναι καλλιτεχνικό αίτημα. Από αυτό ξεκινάμε και όχι το πώς θα βγάλουμε περισσότερα χρήματα. 'Aρα η μία ιδιότητα δεν καταστρατηγεί την άλλη. Η επικοι­νωνία με τον κόσμο, επιστρέφεται και στα προ­σωπικά μου γραπτά. Το κέρδος είναι διπλό κάθε φορά.

 

- Τι σας έχουν πει τον τελευταίο καιρό και σας έχει «ανεβάσει» ηθικά, πνευματικά, δημιουργικά;

Ότι η διαδικασία, της «Δεύτερης Ακρόα­σης», ήταν πολύ σημαντική. Μέσα από τη συνεύρεση με νέους δημιουργούς, στην πραγμα­τικότητα κέρδισα και εγώ, το στοίχημα της συ­νέχειας. Με τα παιδιά μιλάμε την ίδια γλώσσα, είδαμε το μέλλον της Μικρής 'Aρκτου μέσα και από τα δικά τους μάτια.

 

- Αυτό το μέλλον, τι προοπτική έχει;

Όταν ξεκινήσαμε τη διαδικασία της ακρόα­σης, υπήρξαν πολλοί που μας αποθάρρυναν. Εγώ δεν απογοητεύτηκα καθόλου από το υλικό που ήρθε προς εμάς. Τελικά, ήταν μια έκπληξη και για μένα. Πολλοί μας είπαν «μην ψάχνεστε, οι νέοι είναι αλλού, ο προσανατολισμός τους εί­ναι πολύ διαφορετικός από το δικό σας, και δεν θα τελεσφορήσει με επιτυχία αυτό το εγχείρη­μα». Στην πορεία, και λόγω της παρουσίας του Δευτέρου Προγράμματος, που ενίσχυσε την προσπάθεια μας, μελετήσαμε ένα εξαιρετικό δείγμα δημιουργών, με μεγάλη ακρίβεια. Η συμ­μετοχή ήταν ευρύτατη. 600 δημιουργοί απ' όλη την Ελλάδα και το εξωτερικό, επιλέξαμε από 5.000 τραγούδια τα 17 του δίσκου. Διαλέξαμε τους δημιουργούς που θα μπορούσαν σε πολύ μικρό διάστημα, να ξεκινήσουν μια αυτόνομη καριέρα.

 

- Τους δώσατε αυτή την πρώτη ευκαιρία, είσαστε αισιόδοξος για τη δεύτερη;

Ναι. Το cd τώρα που μιλάμε, έχει κλείσει τρεις βδομάδες κυκλοφορίας, παρουσιάζεται στα ραδιόφωνα, την τηλεόραση και τον τύπο. Είμαι αισιόδοξος ότι η κοινωνία, ή ένα μέρος της, θα αγκαλιάσει αυτά τα παιδιά. Τα τραγού­δια είναι καταθέσεις ανθρώπων νέων, απ' όλη την Ελλάδα, που μιλούν άλλη γλώσσα από αυτή που κυριαρχεί στη δισκογραφία και στο λεγόμε­νο τηλεοπτικό τραγούδι. Έχουν λόγο να υπάρ­χουν σε αυτό που λέμε ελληνικό τραγούδι.

 

- Ποια είναι αυτή η άλλη γλώσσα του ελλη­νικού τραγουδιού;

Τα τελευταία χρόνια, τα πράγματα στο ελ­ληνικό τραγούδι έχουν αλλάξει. Είναι ξεκάθαρο. Με την κυριαρχία των πολυεθνικών εταιριών, την τελευταία 15ετία ή 20ετία στο ελληνικό τρα­γούδι, άλλαξε ο προσανατολισμός του. Έγινε καθεστωτική δύναμη. Γι' αυτό και άλλαξε η πο­ρεία σχέσης του με το κοινό. Απαξιώθηκε. Από εκεί προέρχεται όλη η γκρίνια για το πόσο κο­στίζει ένα cd κι αν μπορεί ο κόσμος να το αγορά­σει. Ενώ το ελληνικό τραγούδι ήταν μια πηγαία ανατρεπτική δύναμη, είχε πνευματικότητα, ήταν ταυτισμένο με το παραπέρα της ζωής των ανθρώπων, τα τελευταία χρόνια, έγινε συνοδοιπό­ρος της θλίψης και της σύγχυσης των ανθρώ­πων. Στόχος των ακροάσεων, ήταν κατ' αρχάς, να δούμε πώς σκέφτονται οι νέοι. Εάν ταυτίζο­νται με την ευτέλεια, ή αρθρώνουν μια άλλη ανάγκη, συνομιλούν με την κοινωνία, έχουν λό­γο κριτικό, απέναντι στο υπάρχον σύστημα, εξακολουθούν να λειτουργούν ως μέσον έκφρασης όλης της ζωής τους; Διαπιστώσαμε ότι ισχύει αυτό. Τα παιδιά αυτά, παρόλο που βομβαρδίζο­νται από το τηλεοπτικό τραγούδι, τη βιομηχανία του θεάματος, ταυτόχρονα έχουν αισθητικές αντιστάσεις, προσανατολισμό, μιλάνε μέσα τους οι μεγάλοι έλληνες δημιουργοί. Αυτοί οι νέοι, θέλουν να υπηρετήσουν το τραγούδι ως τέχνη. Αυτό είναι το στοίχημα. Για να υπάρξει το ελληνικό τραγούδι και τα επόμενα χρόνια, πρέ­πει να είναι ο συνοδοιπόρος της αγωνίας ενός λαού, διατηρώντας την εθνική του ιδιαιτερότη­τα.

 

- Ποια είναι η άποψη σας για το ελληνικό τραγούδι;

Αυτή τη στιγμή, τίθεται το στοίχημα, αν το ελληνικό τραγούδι θα εξακολουθήσει να υπάρ­χει

ως τέχνη, ιδιαίτερη, μία από τις συνιστώσες του ελληνικού πολιτισμού, έτσι όπως υπήρξε στο παρελθόν, με όλη τη ζωντάνια, δύναμη, ανατρεπτικότητα, που είχε στα περασμένα χρόνια, όπως το γνωρίσαμε και το αγάπησε ο λαός μας, δημιουργώντας τους μύθους του, ή θα γίνει ένα βιομηχανικό προϊόν ευτελές, αυτοκαταστροφικό με την έννοια του ότι ποτέ δεν θα πάρει πιστοποι­ητικό ποιότητας, τραγούδι χαβαλέ, για διασκέ­δαση και εκτόνωση, που δεν θα προσφέρει τίπο­τα ως έργο τέχνης. Τα επόμενα χρόνια, αυτό θα κριθεί αποφασιστικά. Εξακολουθούμε να ζούμε με τους ίδιους πρωταγωνιστές στο ελληνικό τραγούδι, εδώ και 40 χρόνια. Κάποια στιγμή ο κύκλος -και λόγω ηλικίας των ανθρώπων, θέσης και αντίληψης για τα πράγματα- άρχισε να κλεί­νει. Το ελληνικό τραγούδι συντηρητικοποιήθηκε τραγικά. Έγινε καθεστωτικό. Λειτούργησε ως εξουσία, έχει φτάσει σε τέλμα. Εξ αιτίας αυτού του τέλματος, ζήσαμε ένα τραγούδι μονοθεματι­κό, που δεν μιλούσε για την κοινωνία, δεν λει­τουργούσε προφητικά όπως πολλές φορές στο παρελθόν. Υπήρξαν έργα τέχνης στο επίπεδο του λόγου, ισχυρές ποιητικές εκφράσεις. Οι πολυεθνικές, έφεραν τη βιομηχανοποίηση. Αυτό συρρί­κνωσε τα πράγματα, τα έκανε μι­κρά και μίζερα. Νομίζω ότι με την εμφάνιση ανεξάρτητων εταιριών και   καλλιτεχνικών   προτάσεων, επαναποκτώντας οι ίδιοι οι δημι­ουργοί και ερμηνευτές σχέση με το τραγούδι, την πρότερη αθωό­τητα του, τα πράγματα μπορούν να ξαναπαιχτούν. Η εικόνα των προτάσεων που πήραμε, μας εν­θάρρυνε και μας έκανε εξαιρετικά αισιόδοξους. Ο κόσμος, έχει την ανάγκη να δει τα πράγματα μέσα του. Ίσως είναι και μια κρίση σε παγκόσμιο επίπεδο της νέας τάξης πραγμάτων, που περνάει και στις εθνικές κουλτούρες. Το ελ­ληνικό τραγούδι, έχει αποθέματα στους νέους, ώστε να εξασφαλίσει τη συνέχεια του, με ζωντά­νια, αυθορμητισμό και πιο σύγχρονο τρόπο.

 

- Έχει γίνει συχνά ζήτημα διαμάχης και συ­ζητήσεων, το τι είναι αυθεντικό και τι όχι, τι έντεχνο ή πηγαίο λαϊκό; Ποια είναι η άποψη σας. Υπάρχει διαχωρισμός;

Τόσο η αυθεντικότητα ενός έργου τέχνης, όσο και η δύναμη του, βρίσκονται στην πρωταρχική συγκίνηση που προκαλεί στο θεατή ή τον ακροατή του. Στην Ελλάδα, λόγω και ιστορικής διαδρομής, κυτταρικής μνήμης και σοφίας, μπορούμε να διακρίνουμε αν ένα έργο τέχνης έχει αυθεντικότητα και ειλικρίνεια. Από την άλ­λη, ο όρος έντεχνο ελληνικό τραγούδι ίσως εί­ναι αδόκιμος. Θα ήταν καλύτερα αν μιλούσαμε για καλλιτεχνικό ή ποιητικό τραγούδι. Αλλά, εί­ναι αλήθεια, ότι υπάρχουν αισθητικά κριτήρια, κατάταξης, διαχωρισμού, και αποτίμησης ενός έργου τέχνης. Δεν πιστεύω ότι ο ακροατής ελ­ληνικής μουσικής, μπορεί ισότιμα να συμπερι­λάβει στην ακρόαση του, το Νίκο Καρβέλα με το Μάνο Χατζιδάκι. Διαφέρουν αισθητικά. Είναι ψέ­μα αυτό που λένε, ακούω τα πάντα ανάλογα την ψυχική διάθεση μου. Αυτό το επέβαλε η μουσι­κή βιομηχανία, για να μπορεί να πουλάει τα πά­ντα, με τον ίδιο τρόπο και στις ίδιες ποσότητες. Πρόκειται αν όχι περί αισθητικής σχιζοφρένειας τουλάχιστον περί αισθητικής σύγχυσης του ακροατή, αν ακούει ισότιμα τους παραπάνω. Μπορεί κάποιος να θέλει να αυτοκτονεί τις ώρες του, στα νυχτομάγαζα. Είναι θεμιτό. Όταν το κάνει, ξέρει τι εισπράττει εκείνη τη στιγμή. Εμένα, που έχω πάει ελάχιστες φορές, μου δη­μιουργούν αντί για διασκέδαση, απίστευτη κα­τάθλιψη. Έχουμε άλλη αναφορά συγκίνησης, ψυχαγωγίας και παιδείας. Η αισθητική χωρίζει τους ανθρώπους με πολύ δημιουργικό τρόπο. Όχι μέσα από αντίπαλα στρατόπεδα, αλλά με διαφορές, που μας οδηγούν πολύ πιο κοντά στην ψυχή μας, στο νου μας και στα ζωτικά μας αιτήματα. Αυτός είναι και ο στόχος της τέχνης, να δημιουργήσει ιδιαιτερότητες.

 

- Είσαστε θιασώτης της άποψης ότι το έντεχνο μπορεί να είναι η ενοχή του αυθόρμη­του λαϊκού;

Όχι. Το έντεχνο είναι μία πρόταση με πολύ ευδιάκριτα στοιχεία. Το έντεχνο ελληνικό τραγούδι, στήριζε πάντα την επάρκεια του στο λό­γο. Εξέφραζε μια εποχή, που έρχεται από τη γε­νιά του 30 στην ελληνική κοινωνία. Ο λόγος σε αυτό ήταν ισχυρή πρόταση. Μέσα από αυτή τη σχέση, αναλύθηκε η θέση της ελληνικής κοινωνίας, απέναντι στην Ανατολή και τη Δύση. Αυτό που διαφοροποιούσε το έντεχνο τραγούδι από το λαϊκό, ήταν ο λόγος, που είχε πολλαπλές αναγνώσεις, και μια διαχρονικότητα. Είναι στοι­χεία που εξασφαλίζουν την αθανασία στο τρα­γούδι.

 

- Αν το κοινό όπου απευθυνόταν ο Μάνος Χατζιδάκις ήταν κάποτε 10.000, το κοινό της λόγιας μουσικής σήμερα πόσο εί­ναι;

Πάντα τόσο ήταν, με μικρές αυξομειώσεις. Πάρτε παράδειγ­μα τη Μικρή Πατρίδα. Οι πολυεθνικές εταιρίες, τη θεωρούσαν τραγούδι εξαιρετικά δύσκολο, ποιητικό που πίστευαν ότι δεν θα πέρναγε ποτέ στο κοινό. Απεδεί­χθη το αντίθετο. Συγκίνησε ευρύ­τατα.

 

- Για λογαριασμό της Μικρής 'Aρκτου θα τολμούσατε να παντρέψετε σε ένα cd μεγάλα ονόματα και κά­πως φθαρμένα με τους νέους δημιουργούς που βρήκατε από την «οντισιόν» που κάνατε;

Φυσικά. Αυτή η γενιά που καταχωρήθηκε ως η γενιά του 70, και που κυριαρχεί τα τελευταία 40 χρόνια, στο τραγούδι πολύ περισσότερο, πρέπει να παραχωρήσει τη σκυτάλη, στις νεότε­ρες γενιές, αλλά, όχι ανταγωνιστικά και με αντιπαλότητα. Η αποχωρούσα γενιά θα βοηθηθεί από τη διαπλοκή με τις νεώτερες. θα τους κάνει καλό. Η υγεία μιας τέχνης, κρίνεται από τη δύ­ναμη ανανέωσης της. Αυτό είναι και το στοίχημα της. Η έκφραση της εποχής να γίνεται μέσα από τους πρωταγωνιστές της κάθε φορά. Δεν μπορεί μια γενιά να διεκδικεί την πρωτοκαθεδρία όταν όλα γύρω της έχουν αλλάξει, γιατί και η ίδια δε θα μπορεί να βιώσει τη γήρανση και τη σοφία της.

 

- Γιατί στις μέρες μας, είναι τόσο φτωχή η θεματολογία των τραγουδιών μας;

Υπάρχει ερωτομανία πια στους στίχους. Εσχάτως και στα βιβλία. Είναι επιλογή των πολυεθνικών εταιριών. Δεύτερον, πρωταγωνίστησε μια γενιά που ήθελε να απολαύσει τους καρπούς των πρώτων χρόνων, και επιπλέον έχει να κάνει με τη σύμβαση ότι το τραγούδι γίνεται πλέον κα­θεστωτικό, και υπηρετεί το σύστημα. Μια τέτοια θεματολογία αυτοαναλώνεται πολύ γρήγορα. Οι τραγουδιστές, έγιναν διαφημιστές προϊόντων, εύκολων, εύπεπτων, ευτελών, τα οποία απευθύ­νονταν σε μια κοινωνία, με πνευματική αφασία. Πολλές φορές η κοινωνία αντιστέκεται. Συχνά, οι εταιρίες αποθαρρύνουν την κατάθεση ενός λό­γου διαφορετικού. Ο κόσμος ενδιαφέρεται για το προβληματισμένο τραγούδι, δεν μπορεί να απα­σχολεί τη ζωή του μόνο η αρχή και το τέλος ενός κρεβατιού, και αυτό ιδωμένο με τον πιο άνοστο τρόπο. Σε κάθε περίοδο της τέχνης υπάρχει ένα δίλημμα για τους δημιουργούς. Εάν θα πάνε κό­ντρα στο ρευμάτων καιρών, ή θα ακολουθήσουν τη φορά των γεγονότων. Είναι ευτυχές, όταν το κόντρα στο ρεύμα γίνεται συλλογικά.

Είναι όμως μεγάλη η μοναξιά, όταν μονάδες δημιουργών, παρόλο που είχαν όλη τη διάθεση να αντιπαλέψουν, την κατεστημένη αντίληψη στη βιομηχανία του δίσκου και στην κοινωνία γε­νικά, είδαν ότι δε γίνεται και δεν μπορούσαν να προχωρήσουν παρακάτω. Η πάλη γίνεται ενά­ντια σε όλο τον κρίκο της πολιτιστικής βιομηχα­νίας. Είμαι όμως πολύ αισιόδοξος για τα χρόνια που έρχονται. Θα υπάρξει διαφορετικό ενδια­φέρον, για μια άλλη ανάγνωση της ζωής. Για μέ­να, η λύση για το μέλλον είναι οι ανεξάρτητες προσπάθειες σε όλους τους χώρους. Να ισορ­ροπήσει η εικόνα με το λόγο και να δοθούν προτεραιότητες στις συλλογικές προσπάθειες. Επιπλέον, δεν πιστεύω σε ένα κρατικοδίαιτο πολιτισμό. Το υπουργείο έπρεπε να έχει κάνει θεσμούς και υποδο­μές. Όμως, δεν οφείλει να χρημα­τοδοτεί τις καλοκαιρινές συναυ­λίες των τραγουδιστών. Αντιθέ­τως, πρέπει να εξασφαλίζει τα δι­καιώματα των δημιουργών και να βοηθάει θεσμούς που θα πάνε πα­ραπέρα τους νέους. Η Β' Ακρόαση έπρεπε να είναι κρατικής πρόνοι­ας. Από την άλλη θα όφειλε η πολιτεία να έχει μειώσει το ΦΠΑ στους δίσκους.

'Aννα Σταυράκη
εφημερίδα Ελευθερία Λάρισας, Δευτέρα 07/06/2004



  προηγούμενη | συνεντεύξεις

Ταξίδι στη «μικρή πατρίδα» της ψυχής!


Δεκαπέντε νέοι δημιουργοί και έντεκα νέοι ερμηνευτές παρουσιάζονται μέσααπό το CD «Δεύτερη Ακρόαση της Μικρής 'Aρκτου», δίνοντας, ελπιδοφόρο μήνυμα για το μέλλον του ελληνικού τραγουδιού. Ψυχή αυτής της προσπάθειας είναι ο Παρασκευάς Καρασούλος, ο οποίος είναι ο καλλιτεχνικός διευθυντής της «Μικρής 'Aρκτου». Ο Παρασκευάς Καρασούλος με την ευαισθησία του ποιητή κερδίζει αμέσως το συνομιλητή του και η συζήτηση μας στο ζεστό χώρο του καλλιτεχνικού οργανισμού κύλησε χωρίς να αντιληφθούμε τη διάρκεια του χρόνου.

 
 

Ποιητής... νέων δημιουργών ΠΑΡΑΣΚΕΥΑΣ ΚΑΡΑΣΟΥΛΟΣ

 
 

- Ας ξεκινήσουμε από τη «Μικρή 'Aρκτο»...

«Η «Μικρή 'Aρκτος» είναι ένας πολυεπίπεδος καλλιτεχνικός οργανισμός που δημιουργήθηκε το 1997 και είχε στόχο την καλλιτε­χνική δημιουργία σε τέσσερα επίπεδα: στο δισκογραφικό, στο εκδοτικό, στα εικαστικά γεγονότα και στις μουσικές εκδηλώσεις. Ξεκινήσαμε την παρουσία μας στη δισκογρα­φία με το δίσκο «Μικρή Πατρίδα», έναν κύ­κλο τραγουδιών σε δικούς μου στίχους και μουσική του Γιώργου Ανδρέου, που ευδοκί­μησε να γίνει ένας κλασσικός δίσκος. Αμέσως μετά, εκδώσαμε τη βιογραφία του Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα, ένα πολύ σημαντικό βιβλίο που έλειπε από την ελληνική βιβλιογραφία. Από μουσικές εκδηλώσεις παρουσιάσαμε το «Φεγγάρι ερωτευμένο» με το Μάριο Φραγκούλη, την πρώτη προσωπική εμφάνιση δη­λαδή του γνωστού ερμηνευτή, ενώ στα εικα­στικά πράγματα διοργανώσαμε σημαντικές εκθέσεις νέων ζωγράφων. Ο στόχος της προσπάθειας μας ήταν να δημιουργηθεί ένας πυρήνας καλλιτεχνικών δυνάμεων που θέλαμε να υπερασπίζεται έναν ποιητικό κόσμο. Επιδιώκαμε με την πρωτοβουλία μας αυτή να επιτύχουμε μια συ­σπείρωση καλλιτεχνικών δυνάμεων που θα ανέπτυσσαν ένα μόνιμο και γόνιμο διάλογο μεταξύ τους, υπερασπιζόμενες ένα όραμα που βρίσκεται τελικά πολύ μα­κριά από τη λειτουργία της βιομηχανίας της διασκέδασης και της πολιτιστικής ύπνωσης».

 

- Η «Πρώτη Ακρόαση» πότε έγινε και ποιο ήταν το «κίνητρο»;

«Έγινε πριν από δύο χρόνια. Η πρόσκλη­ση στην πρώτη ακρόαση απευθυνόταν σε νέους και νέες που θα ήθελαν να λειτουργή­σουν στο χώρο της έντεχνης μουσικής ως ερμηνευτές και δημιουργήθηκε πρώτ' απ' όλα από την ανάγκη μας να εξερευνήσουμε «τι γίνεται με τους νέους». Εάν δηλαδή ισχύ­ει η εικόνα που μας παραδίδουν τα μέσα ενημέρωσης και η κυρίαρχη βιομηχανική δι­σκογραφική λογική, ότι δηλαδή τους νέους τους αφορά μόνο το λεγόμενο «τηλεοπτικό τραγούδι», τους αφορά μόνο η εικόνα τους ως διαφημιστικών μοντέλων ευτελών τρα­γουδιών και τίποτα παραπάνω. Οργανώθηκε, λοιπόν, η «Πρώτη Ακρόαση» όπου προσήλ­θαν πολλά παιδιά και το πιο εντυπωσιακό στοιχείο, πέρα από τις πολύ καλές φωνές που αναγνωρίσαμε, ήταν ότι τα νέα αυτά παιδιά είχαν και ήθος και παιδεία και αγωνία καλλιτεχνική και η σύνδεση τους με το τραγούδι γινόταν μέσω της εκπαίδευσης και της σπουδής τους, κάτι που ίσως και να τους διαφοροποιεί και από τις προηγούμενες γε­νιές».

 

- Και δύο χρόνια αργότερα είχαμε τη Δεύ­τερη Ακρόαση»…

«Όταν έγινε η «πρώτη ακρόαση», διαπι­στώσαμε το εξής: Προτείναμε κάποιους ερ­μηνευτές οι οποίοι όντας καλλίφωνοι διέθε­ταν και αισθητική και θέληση για δουλειά. Ωραία ως εκεί. Ξέραμε όμως ταυτόχρονα, ότι αυτοί οι άνθρωποι θα παρέμεναν άοπλοι αν δεν αποκτούσαν δικό τους ρεπερτόριο, υλικό νέων δημιουργών για να υπερασπι­στούν και να διαπιστεύσουν τον εαυτό τους, μέσα από αυτό το υλικό στο κοινό. Είχαμε με το τέλος της πρώτης ακρόασης κατά νου ότι η δεύτερη ακρόαση έπρεπε να έχει διπλό άξονα, να επαναλαμβάνει την ακρόαση των ερμηνευτών αλλά να ρίχνει μεγάλο βάρος στην ανίχνευση νέων δημιουργών, όχι μόνο στην Αθήνα αλλά και στην επαρχία. Η Δεύ­τερη Ακρόαση, που έγινε τον Οκτώβριο του 2003, λειτούργησε ακριβώς στα δύο αυτά επίπεδα. Απευθυνόταν σε νέους δημιουρ­γούς - τραγουδοποιούς, συνθέτες, στι­χουργούς, συνθέτες ορχηστρικής μουσικής - αλλά και σε νέους ερμηνευτές. Στάθηκε πάρα πολύ σημαντικός παράγοντας, ενθαρρυντικός και σπουδαίος αρωγός, η υποστή­ριξη του Δεύτερου προγράμματος και των 19 περιφερειακών σταθμών της ΕΡΑ. Το κά­λεσμα μας έφτασε μέχρι και το εξωτερικό και η ανταπόκριση ξεπέρασε κάθε προσδο­κία μας. Παραλάβαμε εργασίες 600 νέων δη­μιουργών. Στο σύνολο τους οι δημιουργοί μας απέδειξαν ότι το καλό ελληνικό τραγού­δι έχει ισχυρές παρακαταθήκες στους νέους. Αυτές οι εξαιρετικές δουλειές μάς γέμισαν αισιοδοξία αλλά και θυμό. Γιατί οι περισσό­τεροι από τους νέους αυτούς δημιουργούς είχαν αντιμετωπίσει τις κλειστές πόρτες της ελληνικής δισκογραφίας πολλές φορές στο παρελθόν».

 

- Αυτό γιατί γίνεται;

«Εγώ νομίζω ότι αυτή η θέση προκύπτει από ιδεολογική πεποίθηση και κοντόφθαλμο οικονομικό συμφέρον. Ενδιαφέρονται οι εται­ρίες για ένα τραγούδι ευτελές που να έχει συγκεκριμένη ημερομηνία λήξης και όπου το μόνο παιχνίδι που θα παίζεται εκεί είναι οι αλλαγές των προσώπων. Πρόσωπα ελεγχό­μενα, χειραγωγήσιμα, τα οποία αλλάζουν γρήγορα, "καίγονται, ξεχνιούνται, για να έρ­θουν τα επόμενα. Μιλάμε για ένα προϊόν το οποίο δεν θα έπαιρνε ποτέ πιστοποιητικό ποιότητας».

 

- Πότε θα λέγατε ότι η προσπάθεια αυτή πέτυχε;

«Για μας θα είναι πετυχημένες αυτές οι διοργανώσεις αν καλυφθούν τρεις όροι: ο πρώτος είναι να αρέσουν αυτά τα τραγούδια στο κοινό, ο δεύτερος είναι να υπάρξουν δη­μιουργοί και ερμηνευτές με ισχυρό βηματι­σμό στο μέλλον του ελληνικού τραγουδιού και ο τρίτος όρος είναι να σταθεροποιηθεί αυτός ο θεσμός ανά δύο χρόνια».

 

- Ποιες είναι οι διαφορές στην αναζήτη­ση ταλέντων που κάνει η «Μικρή 'Aρκτος» σε σχέση με αυτή των τηλεοπτικών σόου;

«Οι περισσότεροι τηλεοπτικοί διαγωνι­σμοί κινούνται με άξονα την εικόνα. Η αγωνία τους συμπυκνώνεται στο πώς θα «ψαρέψουν» νέους τραγουδιστές, νόστι­μους και εύπλαστους, που θα υπηρετή­σουν το κατεστημένο της ελληνικής δισκο­γραφίας. Εμάς μας ενδιαφέρουν οι δημι­ουργοί, πρώτ' απ' όλα. Μας ενδιαφέρει ο λόγος και η μουσική των νέων ανθρώπων να απηχούν μια τάση αισθητική αλλά και έναν προβληματισμό στα συμβαίνοντα στην ελληνική κοινωνία. Είναι εντελώς δια­φορετικοί δρόμοι. Εγώ δεν θα πήγαινα, για παράδειγμα, ποτέ στα βραβεία «Αρίων», είμαι από αυτούς που με εξώδικο απαγόρευσα τη συμμετοχή έργων μου. Δεν θεωρώ ότι είναι μια θετική πρόταση για το ελληνικό τραγούδι. Κοιτάξτε. Το ελ­ληνικό τραγούδι δεν κατοικούσε ποτέ ολό­κληρο σε ένα σπίτι. Είναι ψέμα αυτό. Υπήρχαν δύο σπίτια πάντα. Στο ένα κατοι­κούσαν καλλιτέχνες που πίστευαν στην τέ­χνη του ελληνικού τραγουδιού. Είχαν αι­σθητικές αρχές και καλλιτεχνική αγωνία. Στο άλλο κατοικούσαν άνθρωποι που πί­στευαν ότι το τραγούδι είναι ένα βιομηχανικό προϊόν όπως οι πατάτες. Αυτά τα σπί­τια μπορεί να βρίσκονταν σε όμορες περιοχές - και τα δύο με το τραγούδι ασχολούνται - αλλά θεωρώ πως υπήρχαν και υπάρχουν σύνορα πολύ καθαρά και από­λυτα που τα ξεχώριζαν και τα ξεχωρίζουν. Δεν μπορώ να φανταστώ μια τέχνη που δεν θα διαθέτει αισθητικά κριτήρια ώστε να αξιολογούνται τα μεγέθη και τα έργα που παράγονται στο όνομα της».

 

- Κατά τη γνώμη σας τι είναι αυτό που οδηγεί κάποιον ακροατή να επιλέξει για να ακούσει την ποιοτική ή τη μη ποιοτική μουσική;

«Η προσωπική του αισθητική. Και η παιδεία του. Η αισθητική χωρίζει τους αν­θρώπους και καλά κάνει. Τους χωρίζει για­τί τους μαθαίνει το βάθος του εαυτού τους. Οχυρώνει την προσωπική ευαισθη­σία και τις ατομικές επιλογές τους».

 

- Η «Μικρή Πατρίδα» ποια είναι;

«Είναι οι άνθρωποι που κουβαλάω μέ­σα μου όλα αυτά τα χρόνια. Οι σχέσεις που με κάνανε να γράψω, οι σχέσεις που μου δώσανε τοπία εσωτερικής βαθύτητας. Ουσιαστικά η «Μικρή Πατρίδα» περιγράφει μια ανθρωπογεωγραφία, τα ταξίδια μου μέσα από δρόμους προσωπικών συναλλα­γών και σχέσεων και το προχώρημα του ίδιου μου του εαυτού».

 

- Πώς μπορεί ένας ποιητής να επιβιώσει στο σημερινό τοπίο;

«Νομίζω ότι χρειάζεται πολύ γερό στομάχι για δύο λόγους: Πρώτον, για να μην περιθωριοποιηθεί και δεύτερον για να μην υπάρξει εμμονική προσκόλληση του στο περιθώριο. Δηλαδή, δεν πρέπει να επιτρέ­ψει να υπάρξουν τείχη γύρω του. Από την άλλη, είναι πολύ σημαντικό να δημιουργή­σει τις άμυνες του ώστε να βρίσκεται σε απόσταση από τα πράγματα ελέγχοντας τον εαυτό του και τους άλλους. Οι καλλι­τέχνες, από τη φύση τους, όσο συναλλάσ­σονται με την εξουσία χάνουν την ταυτό­τητα τους. Και το λέω αυτό γιατί μας λεί­πουν σήμερα πνευματικά μεγέθη με λόγο ανατρεπτικό και αυτόνομο, με όραμα και αίτημα ποιητικού μέλλοντος».

 

- Εκτός από ποιητής και στιχουργός έχε­τε ασχοληθεί και με το ραδιόφωνο. Ποια είναι η σχέση σας με αυτό;

«Παραμένει μια γοητευτική σχέση. Τώ­ρα μάλιστα ετοιμάζω μια καινούργια πρό­ταση για ραδιοφωνική εκπομπή. Το ραδιό­φωνο το θεωρώ το πιο κατάλληλο όχημα για το τραγούδι».

 

- Και ο επίλογος...

«Ελπίζω και εύχομαι αυτή η δουλειά, αυτό το cd, να γίνει η γραμμή εκκίνησης ενός ελπιδοφόρου μέλλοντος. Ελπίζω να προκύψουν δημιουργοί σημαντικοί, ισχυ­ροί ερμηνευτές, νέα παιδιά που θα συνεχί­σουν αυτό το όραμα που ξεκινήσαμε εμείς».

Φώτης Μαζαρόπουλος
Περιοδικό ΡΑΔΙΟΤΗΛΕΟΡΑΣΗ, Σάββατο 29/05/2004