Στην ίδια ζωή

συντελεστές

Δημήτρης Μαραμής

Ο ταλαντούχος κύριος Μελωδός

Ουσιαστικά τον πρωτογνωρίσαμε από το CD της Δεύτερης Ακρόασης με το εξαιρετικό κομμάτι «Ο ταλαντούχος κ. Ρίπλεϊ» σε στίχους του Βασίλη Μυριανθόπουλου και ερμηνευτή τον Ορφέα Ζαφειρόπουλο. Λέω ουσιαστικά διότι πριν από αυτό ο Δημήτρης Μαραμής είχε και έχει στο ενεργητικό του: μουσική για 11 θεατρικές παραστάσεις στην Αγγλία, 7 στην Ελλάδα και πέντε αναθέσεις σύνθεσης μουσικής στην Ελλάδα (Μέγαρο Μουσικής) και το εξωτερικό.

Στο τέλος του προηγούμενου χρόνου τον γνωρίσαμε καλύτερα με τον δίσκο-βιβλίο «Του Σκοτεινού Έρωτα» (ποίηση Φ. Γκ. Λόρκα σε μετάφραση Σωτήρη Τριβιζά, ερμηνεία Μίνως Θεοχάρης-Μικρή ’ρκτος) και πριν από ένα μήνα ακούσαμε ένα ακόμη τραγούδι του στον δίσκο του Μάριου Φραγκούλη «Ο Κήπος των Ευχών».

Η κάρτα του γράφει: συνθέτης-πιανίστας-μουσικοπαιδαγωγός. Και είναι σαφής. Όπως καταλάβαμε μιλώντας μαζί του προτιμά να ανατιναχθεί το κεντρικό νευρικό του σύστημα μαθαίνοντας σε παιδάκια ντο-ρε-μι παρά να βγει στη δισκογραφία με κάτι λιγότερο από όσα έχει στο κεφάλι του. Και το κεφάλι του κατοικείται από πολύ κόσμο: συνθέτες, ποιητές, συγγραφείς, σκηνοθέτες και πάει λέγοντας. Αυτά τώρα. Ο χρόνος θα επαληθεύσει ή θα διαψεύσει την φόρα που επιδεικνύει ο 30χρονος που με έστησε σχεδόν τρία τέταρτα στο ραντεβού κι όταν τελειώσαμε τη συνέντευξη έφυγε σφαίρα σαν να τον κυνήγαγε το μέλλον.

«Δεν θεωρώ τον εαυτό μου μουσικό-μουσικό, με την έννοια ότι έχει μάθει κάποιο όργανο ή ότι η καλλιτεχνικότητά του αρχίζει και σταματάει στην μουσική. Έχω ανάγκη να έχω σχέση με όλες τις τέχνες. Αν και δεν έχω ειδικευτεί ούτε στη ζωγραφική λ.χ. ούτε στο θέατρο, αλλά σαν άνθρωπος ενημερώνομαι για όλα και παρακολουθώ ό,τι περισσότερο μπορώ. Απλώς η μουσική είναι το μέσο με το οποίο μπορώ να εκφραστώ καλύτερα.»

-Οι δουλειές που κάνατε στην Αγγλία τι αντίκτυπο είχαν στην εγχώρια αγορά;
«Μου έκανε εντύπωση ότι όσο ήμουνα έξω με παίρνανε όλοι τηλέφωνο. Μόλις ήρθα εδώ τελειώσανε όλα».

-Έξω δουλέψατε κυρίως για το θέατρο και τον κινηματογράφο. Εδώ θα σας ...καταπιεί όπως τους περισσότερους -λόγω ευρείας απήχησης φυσικά- το τραγούδι;
«Ένα πρόβλημα που αντιμετώπισα αμέσως μετά τον στρατό είναι το πόσο γνωστό είναι το όνομα μου· και το όνομά μου δεν ήταν γνωστό, άρα έπρεπε να παλέψω κι άλλο και να βρω ένα οποιοδήποτε δημιουργικό μέσο για να γνωστοποιήσω τη δουλειά μου. Κατ' αυτόν τον τρόπο και να μην θέλεις μπαίνεις σε ένα τριπάκι εμπορικό: ωραίο το βιογραφικό σου, καλή η μουσική σου αλλά το όνομά σου στην μαρκίζα του θεάτρου δεν φέρνει κόσμο.
Έτσι, το 2002 αρχίζω και μπλέκω δυναμικά στον χώρο και πίστευα ότι αν έβγαινε μια καλή δουλειά μου στο τραγούδι, το τραγούδι θα με βοηθούσε στην Ελλάδα ως όνομα και εμπορικά. Αν ήμουν στην Αγγλία δεν θα το επιδίωκα τόσο πολύ αυτό. Εδώ έπρεπε να δώσω τις εξετάσεις μου στο τραγούδι για να επονομαστώ συνθέτης. Και το έκανα.»

-Με ποιον τρόπο;
«Εδώ ξεκινάει η συνεργασία μου με τον Σωτήρη Τριβιζά τον οποίο γνώρισα ως ποιητή και αυτός εμένα ως μουσικό κλασσικής μουσικής. Ξαφνικά οι δυο μαζί αρχίσαμε να προσπαθούμε να κάνουμε απλά τραγούδια, τις πρώτες μας μπαλάντες, με απλούς στίχους του Σωτήρη και όχι κλασσική αλλά ελληνική μουσική εκ μέρους μου. Μαζί με τους στίχους του Σωτήρη δεν σταματούσα να μελετάω ποίηση , όπως Παβέζε, Λόρκα. Αρχίζω να χτυπάω κάποιες πόρτες αλλά είναι ερμητικά κλειστές»

-Ασχολούνται μαζί σας αυτές οι «πόρτες» ή δεν δίνουν καμιά σημασία;
«Είναι ειλικρινείς. Ρωτάνε: σε ποιο κοινό απευθύνεσαι; Δηλαδή μου λένε ευθέως δεν υπάρχει αυτό το κοινό, ότι αυτό που κάνεις είναι βαρύ, ακαταλαβίστικο, μη εμπορικό.

-Μιλάμε για δισκογραφικές εταιρείες ή απευθυνθήκατε και σε τραγουδιστές;
«Και τραγουδιστές. Οι οποίοι μάλιστα έχουν υπηρετήσει κι έχουν γράψει την ιστορία του τραγουδιού. Γενικά υπήρχε μία απίστευτη καχυποψία, μία επιφυλακτικότητα. Ξέρετε κάποιοι άνθρωποι που είναι μέσα στον χώρο και κινούν κάποια νήματα, δεν αναγνωρίζουν πάντα ποιο είναι το καλό».

-Θα έλεγα ότι δεν ρισκάρουν επίσης. Σας απογοήτευσε αυτή η αντιμετώπιση;
«Δεν το έβαλα κάτω. Οποιοδήποτε σχόλιο κι αν άκουγα, δεν το αγνοούσα. Προσπαθούσα να δουλέψω και έριχνα το φταίξιμο σε μένα, μήπως κάτι δεν κάνω καλά, δεν μπορώ να ''τραγουδήσω'' καλά. Να γράψω πιο άμεσα με δυο κουβέντες. Συνέχισα να δουλεύω σκληρά και να επιμένω».

-Σ' αυτή τη φάση μπαίνουν στον δρόμο σας ο Παρασκευάς Καρασούλος και η Μικρή ’ρκτος;
«Είχα χτυπήσει την πόρτα του κ. Καρασούλου πριν από την Δεύτερη Ακρόαση, σε άσχετη στιγμή. Είχε την προνοητικότητα και την εξυπνάδα να μη μου κλείσει την πόρτα, να την αφήσει ανοιχτή. Χωρίς να πει κάτι συγκεκριμένο, μου έλεγε ''δούλευε, φέρνε μου υλικό'' και έδειχνε ότι πίστευε σε μένα. Ήρθε μετά η Δεύτερη Ακρόαση και συμμετείχα με το τραγούδι του ''Ταλαντούχου κύριου Ρίπλεϊ'' που προερχότανε από το ομώνυμο θεατρικό έργο και εκεί μου δόθηκε το εισιτήριο για τον χώρο του τραγουδιού»

-Ένα εισιτήριο απεριορίστων διαδρομών καθώς φάνηκε γιατί μετά από λίγο χρονικό διάστημα κυκλοφόρησαν τα Σονέτα του Σκοτεινού Έρωτα...
«Υπήρχε ήδη ο κύκλος τραγουδιών του Λόρκα, από το 2002. Έκανα στην Μικρή ’ρκτο την πρόταση για μία έκδοση βιβλίο-CD, με πιάνο-φωνή συγκεκριμένα, γιατί ήθελα να είναι τα τραγούδια γυμνά μιας και ήταν η πρώτη μου συνθετική απόπειρα. Ο κ. Καρασούλος το είδε θετικά. Ξεκινήσαμε αμέσως, Ιούνιο είχαμε το demo το τελικό, καλέσαμε τον Μίνω Θεοχάρη για ερμηνευτή και προχωρήσαμε, Σεπτέμβριο είμαστε έτοιμοι».

-Τα Σονέτα είναι ήδη στην τρίτη τους έκδοση. Και θέλω να σας ρωτήσω κι εγώ κ. Μαραμή πού απευθύνεστε; Σε ποιό τοπίο βγαίνετε όχι μόνο με Λόρκα αλλά και πιάνο-φωνή!
«Αυτό ήταν μεγάλο ρίσκο. Κι εγώ και ο Σωτήρης ακολουθήσαμε το ένστικτό μας. Τι θα θέλαμε να ακούσουμε εμείς στο δωμάτιό μας, στο σπίτι μας. Εμπεριέχεται, ξέρετε, μία αγνότητα σε αυτό που κάναμε, δεν είναι κατασκευασμένο, δεν έχει τερτίπια από παραγωγούς, ή τρικ εμπορικότητας. Είναι γυμνό το πράγμα και βγαίνει -καλό ή κακό- ειλικρινές μέσα από την ψυχή μας. Πιστεύω ότι εκεί κάπου άγγιξε κάποιους ανθρώπους».

-Δεν μου λέτε ωστόσο πού απευθύνεστε;
«Ξέραμε ότι δεν θα απευθυνθούμε σε μία λαοθάλασσα αλλά σε κάποιους λίγους και καλούς. Και μάλιστα, αν είναι δυνατόν, μας ενδιέφερε κάτι που να αντέχει στον χρόνο. Καλύτερα να μην δουλέψει τους πρώτους έξι μήνες και να δουλέψει παραπέρα, παρά να κάνει μπαμ τους πρώτους έξι μήνες και μετά τίποτα. Αυτό γίνεται απολύτως συνειδητά, δεν είναι τυχαίο. Κάθε πράγμα έχει και τους κανόνες του. Δεν γεννιέσαι για να γράφεις εμπορικά, επιλέγεις».

-Στον «Κήπο των ευχών» του Μάριου Φραγκούλη υπογράφετε τα «Γκρίζα σύννεφα». Δοκιμαστήκατε λοιπόν και μ' έναν από τους πιο δύσκολους δημιουργούς του στίχου.
«Ναι, είναι ένας στιχουργός με ποιητικό λόγο, ο οποίος πρέπει να μελοποιηθεί έτσι ώστε να είναι και πάλι τραγούδι-τραγούδι. Εκεί νομίζω ότι είναι και η δυσκολία και η πρόκληση του Παρασκευά Καρασούλου. Δούλεψα, πάλεψα και νομίζω ότι καταφέραμε να βγει ένα τραγούδι το οποίο απευθυνόταν σε έναν πολύ συγκεκριμένο τραγουδιστή, με συγκεκριμένες δυνατότητες· ήταν δηλαδή δυο τρία πράγματα που έπρεπε να υπηρετήσει αυτή η μελοποίηση. Από εκεί και πέρα ήταν και πάλι πρόκληση, γιατί όταν μου έγινε η πρόταση δεν είχε βγει ακόμα ο δίσκος του Λόρκα. Ο κ. Καρασούλος μου έδωσε τους στίχους και μου είπε ''έλα πίσω μόνο αν έχεις κάνει κάτι καλό, γιατί μόνο τότε θα προχωρήσει''. Εμένα μ' αρέσει αυτό το αξιοκρατικό της Μικρής ’ρκτου. Δεν υπήρχε περίπτωση να μην παλέψω να βγει κάτι καλό. Και έγινε».

-Μπορείτε να μελοποιήσετε οποιονδήποτε πιστεύετε;
«Ναι, ως δυνατότητα θα μπορούσα, αλλά από την στιγμή που δεν θα ήταν ειλικρινές, αν δεν με άγγιζαν οι στίχοι... Ξέρετε, εγώ γράφω από ανάγκη. Από το για να σπάσω την ανία μέχρι το να μην αυτοκτονήσω όταν δεν είμαι καλά. Η μουσική για μένα είναι ένα μέσο σχεδόν ύπαρξης, και αυτό δεν μπορεί να συμβεί τεχνητά».

-Ο Λόρκα όπως και ο Ρίπλεϊ έχουν μιαν εμφανή μουσική καταγωγή -αυτό που θα λέγαμε χονδρικά χατζιδακική σχολή. Το τραγούδι σας στον δίσκο του Μάριου Φραγκούλη φλερτάρει με την ελεκτρόνικα. Διχασμός ή ψάξιμο;
«Είναι δύσκολο ν' απαντήσω αυτή τη στιγμή. Ίσως λόγω ηλικίας ή για λόγους εμπειρίας, θέλω να μπλέξω με πολλά πράγματα. Να μου δοθεί η ευκαιρία να γράψω ροκ-ροκ, ηλεκτρονικά-ηλεκτρονικά, παραδοσιακά-παραδοσιακά. Αλλά είμαι πιο κοντά στα ακουστικά, στην πιο παραδοσιακή μουσική. Πιστεύω στους πειραματισμούς αλλά όχι στους εντυπωσιασμούς, και τους αποφεύγω όσο μπορώ. Μακάρι με το μη περιττό, με το λιτό να πούμε ό,τι θέλουμε να πούμε. »

-Από τι ζείτε κ. Μαραμή; Είστε 30 ετών ήδη(!) και δεν βλέπω να κινείστε σε μαγαζιά, σε τραγουδιστές με απήχηση. Αντίθετα θα έλεγα πως είστε δέσμιος κάποιων εμμονών -από ό,τι ξέρω πάλι Λόρκα μελοποιείτε- που δεν πρέπει να ενθουσιάζουν το ταμείο σας.
«Δεν ξέρω αν με φρενάρει ή με βοηθάει αλλά θέλω να κρατήσω ανεξάρτητο το οικονομικό από το δημιουργικό κομμάτι. Δεν είμαι γιος πλούσιου μπαμπά και ούτε έχω χρήματα· αλλά οι σπουδές μου μού δώσανε αυτό το μεγάλο χαρτί ώστε να διδάσκω. Διδάσκω λοιπόν πιάνο και σύνθεση και από αυτό επιβιώνω. Προστατεύω το δημιουργικό μου μέρος που λέγεται τέχνη. Όσο μπορώ αφήνω τον εαυτό μου να μην εξαρτάται καθόλου οικονομικά απ' αυτό. Αυτό μπορεί να είναι και μία δουλειά στο θέατρο. Πληρώνομαι για ό,τι κάνω αλλά μπορεί και να πω στον σκηνοθέτη μην με πληρώνεις για να γίνει μία πολύ καλή παράσταση, μέχρι και να χρηματοδοτήσω κι εγώ ο ίδιος μια παράσταση όπως έκανα φέτος.»

-Πολύ ωραία είναι όλα αυτά, και άξια σεβασμού. Αλλά μη μου πείτε ότι μέσα σας δεν θα θέλατε η «Νεράιδα» για παράδειγμα να έχει τραγουδηθεί από ένα ευρύ ακροατήριο. Μήπως η δυνατότητα ...αυτοχρηματοδότησης που έχετε, σας εγκλωβίζει σ' ένα είδος ελιτίστικης δημιουργίας- αν μπορεί να ειπωθεί αυτό;
«Καθόλου. Δεν αποσκοπώ να είμαι για τους λίγους».

-Τη δυνατότητα ν' απευθυνθείτε στους πολλούς θα την παλέψετε;
«Θα την παλέψω πολύ προσεκτικά ψάχνοντας μία χρυσή τομή. Σίγουρα έχω κομμάτια πιο εμπορικά, αλλά αυτό έχει κάποια όρια. Πώς υπήρξαν κάποτε ορισμένοι δημιουργοί που πήρανε ποιήματα και τα μελοποιήσανε με ένα τρόπο πιο λαϊκό και τα τραγούδησε ο περισσότερος κόσμος -βοήθησε και η εποχή φυσικά πολιτικά. Μπορεί και σήμερα λοιπόν, χωρίς να υπάρχει θέμα πολιτικό, να υπάρξει κάποιος τρόπος να γίνει μία δουλειά πιο εμπορική χωρίς να υπάρξουν εκπτώσεις ή να εξευτελιστεί το υλικό».

-Είστε αποφασισμένος να βγάζετε ολοκληρωμένους δίσκους ή θα δώσετε αποσπασματικά κομμάτια για πολυσυλλεκτικούς δίσκους αν σας τα ζητήσουν μεγάλοι σε απήχηση τραγουδιστές;
«Δεν μπορώ να σας δώσω συγκεκριμένες απαντήσεις τώρα. Νομίζω ότι είμαι των δυνατοτήτων να γράφω ολοκληρωμένους δίσκους, χωρίς αυτό να παρεξηγηθεί. Μπορώ να το κάνω επίσης αυτό γιατί δεν εξαρτώμαι οικονομικά από τη δισκογραφία. Μπορεί όμως να δώσω και ένα τραγούδι όταν μου γίνει μία συγκεκριμένη πρόταση, όπως έκανε η Λύρα με το δίσκο «Για τον Πατέρα» που συμμετέχει μέσα η μισή ιστορία του έντεχνου τραγουδιού. Και ο δίσκος ''Ο κήπος των ευχών'' ήταν πολυσυλλεκτικός και δεν θα μπορούσα να αρνηθώ σε μία τέτοια περίπτωση. Όμως γενικά πιστεύω ότι θα παίξει για μένα ένα ρόλο το όνομα και το ήθος του τραγουδιστή που θα ζητήσει κάτι δικό μου».

Στέλλα Βλαχογιάννη
ηλεκτρονικό περιοδικό www.hridanos.gr, Αύγουστος 2004