ΒΑΣΙΛΗΣ ΤΣΑΜΠΡΟΠΟΥΛΟΣ
ANJA LECHNER
U.T. GANDHI

Melos

 

10-08-08 | Καθημερινή

13-10-08 | «Τα Νέα»




Πηγή έμπνευσης
οι βυζαντινοί ύμνοι

Ο Βασίλης Τσαμπρόπουλος και η Anja Lechner μιλούν στην «Κ» για το νέο τους άλμπουμ «Melos» που κυκλοφορεί από την ECM

Συνέντευξη στον Ηλια Μαγκλινη

Ο Βασίλης Τσαμπρόπουλος αποτελεί ιδιαίτερη περίπτωση Ελληνα μουσικού. Δεξιοτέχνης πιανίστας, με γερή κλασική παιδεία, διαπρέπει εδώ και χρόνια τόσο στις διεθνείς αίθουσες των συμφωνικών συναυλιών και των ρεσιτάλ πιάνου όσο και στους μικρούς, νυχτερινούς χώρους της τζαζ και του σύγχρονου αυτοσχεδιασμού. Από τις πλέον αντιπροσωπευτικές περιπτώσεις μουσικών του λεγόμενου «cross-over», της μετακίνησης δηλαδή από τον κλασικό ήχο στο ιδίωμα της τζαζ και το αντίστροφο. Κι όταν λέμε τζαζ στην περίπτωση του Β. Τσαμπρόπουλου, μην πάει ο νους σας στην κλασική τζαζ με τους σουίνγκ ρυθμούς, το μποπ ή το κουλ. Η τζαζ του Β. Τσαμπρόπουλου αντλεί τις επιρροές της από τον στοχαστικό Μπιλ Εβανς κυρίως όμως ξεχωρίζει ως αυτό που τις τελευταίες δεκαετίες αποκαλούμε «ευρωπαϊκή τζαζ» - η ετικέτα της οποίας είναι βέβαια η κορυφαία δισκογραφική εταιρεία ECM του Μάνφρεντ Αϊχερ. Κορυφαία ως προς τις επιλογές και το περιεχόμενο, την παραγωγή και την ποιότητα των ηχογραφήσεων, την αισθητική των άλμπουμ της.

Επιρροές απ’ το βυζαντινό μέλος

Ο Β. Τσαμπρόπουλος ανήκει στο δυναμικό της ECM από το 2000, κι έχει ήδη ηχογραφήσει πέντε άλμπουμ εκεί. Το πιο πρόσφατο είναι το «Melos», στο οποίο συνεργάζεται με δύο εκλεκτούς μουσικούς: τη βιολοντσελίστα Anja Lechner και τον κρουστό U. T. Gandhi. Στο άλμπουμ αυτό, ο Β. Τσαμπρόπουλος παρουσιάζεται και με την ιδιότητα του συνθέτη καθώς περιλαμβάνει κυρίως συνθέσεις του, οι οποίες αντλούν το υλικό τους από τη βυζαντινή υμνολογία.

Ομως, δεν είναι η πρώτη φορά που ο Β. Τσαμπρόπουλος παρουσιάζει συνθέσεις του ούτε είναι η πρώτη φορά που συνεργάζεται με την Lechner. Το 2000 είχε προηγηθεί το άλμπουμ «Chants, Hymns and Dances», το οποίο περιείχε μουσική του Georges Ivanovitch Gurdjieff για βιολοντσέλο και πιάνο. Τα έργα του Gurdjieff υπήρξαν από τα πρώτα στη Δύση που άντλησαν από τη θαυμαστή ποικιλοχρωμία των διαφορετικών μουσικών παραδόσεων, εκφέροντας έτσι μια φωνή ηχηρή στον υπόλοιπο κόσμο. Αυτές καθεαυτές οι συνθέσεις του, χωρίς να μπορούν να χαρακτηριστούν ως αμιγώς «Δυτικές» ή «Ανατολικές», παραπέμπουν σε ένα παράθυρο που ανοίγει διάπλατα προς την Ανατολή. Το άλμπουμ όμως περιλάμβανε και συνθέσεις του Β. Τσαμπρόπουλου, βασισμένες, εν μέρει, σε βυζαντινούς ύμνους. «Η σχέση μου με τη βυζαντινή μουσική κρατάει από παλιά», λέει ο Β. Τσαμπρόπουλος στην «Κ». «Είχα κάνει ένα σόλο άλμπουμ, το «Ακρόασις» που είχε τέτοια στοιχεία και που όταν κυκλοφόρησε σημείωσε μεγάλη απήχηση. Το 2000 γνώρισα την Anja, συνομιλήσαμε, άκουσε δικές μου συνθέσεις κι έτσι φτάσαμε στο «Chants, Hymns and Dances», που κυκλοφόρησε το 2004. Ουσιαστικά, με το «Melos», ολοκληρώνω μιαν άτυπη τριλογία πάνω στη δημιουργική σχέση που έχω με τον βυζαντινό ήχο. Η δε συνεργασία μου με την Anja πέτυχε για έναν ακόμη λόγο: μολονότι είναι κλασική μουσικός, όπως κι εγώ άλλωστε, από παλιά την ενδιαφέρει πολύ ο αυτοσχεδιασμός, ενώ έχει αφομοιώσει πολύ δημιουργικά το μουσικό ιδίωμα της Ανατολής, το δικό μας μουσικό ιδίωμα δηλαδή».


Melos

Για την Anja Lechner, σημαντικό σημείο στη συνεργασία της με τον Β. Τσαμπρόπουλο ήταν, όπως δήλωσε στην «Κ», οι συνθέσεις του. «Σε σύγκριση με τις συνθέσεις του Gurdjieff, οι συνθέσεις του Βασίλη αφήνουν στον μουσικό περισσότερο χώρο για αυτοσχεδιασμό. Η αλήθεια είναι πάντως ότι πάντα με ενδιέφερε η κουλτούρα της Ανατολής, αισθάνομαι κοντά στη μουσική της και αυτή η συνάντηση με τον Βασίλη μόνο τυχαία δεν ήταν τελικά».

Προσθήκη κρουστών

Το άλμπουμ της πρώτης συνεργασίας των Β. Τσαμπρόπουλου-A. Lechner ήταν ένα ντουέτο. Στο νέο άλμπουμ όμως, το ντουέτο έγινε τρίο με την προσθήκη του κρουστού U. T. Gandhi. «Σε ένα ντουέτο, υπάρχει μεγαλύτερη αμεσότητα μεταξύ των μουσικών», τονίζει η Α. Lechner. «Στο τρίο αλλάζουν οι ισορροπίες, με την εισαγωγή των κρουστών μπήκαν νέες ρυθμικές ιδέες στην όλη δουλειά». «Ο U. T. Gandhi είναι ένας κρουστός ταλαντούχος», υπογραμμίζει ο Β. Τσαμπρόπουλος. «Προσέδωσε πολύ ενδιαφέρουσες ρυθμολογίες στις συνθέσεις μου. Ουσιαστικά, η ψυχή της όλης δουλειάς είναι το πιάνο και το τσέλο, τα κρουστά όμως δίνουν περισσότερη κίνηση, είναι σπάνιος ο ήχος που δίνουν στο συγκεκριμένο άλμπουμ».

Το «Μelos» συνδυάζει όντως τις υποβλητικές μελωδικές γραμμές του βυζαντινού μέλους με τη ρυθμολογία του σύγχρονου ήχου, έχει κάτι στοχαστικό, ατμοσφαιρικό, έχει στιγμές που γίνεται ερωτικό και άλλες όπου οι τόνοι σκουραίνουν, μια μελαγχολία διαπερνάει όλα τα ηχοχρώματα των τριών μουσικών. Ωστόσο, το άλμπουμ συνολικά έχει μια καθαρότητα, σπάνια σε μουσικές με ανατολίτικα στοιχεία που όμως έχουν και κάτι «τζαζικό». Η Α. Lechner, η οποία ξεκίνησε τη δική της αμφίδρομη σχέση ανάμεσα στην κλασική μουσική και τον αυτοσχεδιασμό από τους παραδοσιακούς ήχους της Αργεντινής και το τάνγκο, μας υπενθυμίζει ότι «στην Αμερική ήταν πάντα πιο ανοιχτοί οι άνθρωποι απέναντι σε μουσικούς του λεγόμενου “cross-over”, από παλιά. Θυμηθείτε συνθέτες όπως ο Μπερνστάν και ο Κόπλαντ, μουσικούς όπως τον Μπένι Γκούντμαν και τον Γούντι Χέρμαν. Στην Ευρώπη, αυτό ήρθε πιο πρόσφατα και οφείλεται αρκετά στη δουλειά που έχει κάνει η ECM. Ειδικά στην πατρίδα μου τη Γερμανία, οι “καθαρολόγοι” τα έβλεπαν αυτά με πολύ κακό μάτι. Οι Γερμανοί ήταν πάντα πολύ πιο συντηρητικοί συγκριτικά με τους Σκανδιναβούς ή τους μουσικούς της κεντρικής Ευρώπης, οι οποίοι είναι πολύ πιο ευέλικτοι. Ισως επειδή στις χώρες αυτές η παραδοσιακή μουσική έχει παίξει ρόλο πολύ πιο ξεχωριστό απ’ ό,τι στη Γερμανία. Προσωπικά, μπήκα στον αυτοσχεδιασμό μέσα από το τάνγκο και την αργεντίνικη παραδοσιακή μουσική. Αυτό ήταν το ξεκίνημα. Σήμερα αισθάνομαι απόλυτα ισορροπημένη ανάμεσα στην πλευρά μου εκείνη που ακροβατεί κάπου ανάμεσα στον αυτοσχεδιασμό και τη τζαζ και στην καθαρή κλασική μουσική. Και νιώθω ιδιαίτερα καλά που το 1992 συν-ίδρυσα το Κουαρτέτο Εγχόρδων Rosamunde». Πράγματι, το Rosamunde Quartet διαγράφει διεθνή πορεία με εμφανίσεις σε διάφορα φεστιβάλ και ηχογραφήσεις για την ECM. Μεταξύ αυτών εξέχουσα θέση κατέχουν τα άλμπουμ με μουσική Haydn («Οι Επτά Λόγοι του Χριστού στον Σταυρό»), Shostakovich/Webern/Burian και Valentin Silvestrov (το τελευταίο ήταν υποψήφιο για βραβείο Grammy). Ενα νέο άλμπουμ του κουαρτέτου με μουσική του Αρμένιου συνθέτη Tigran Mansurian αναμένεται να κυκλοφορήσει προσεχώς.

Από την πλευρά του, ο Β. Τσαμπρόπουλος μιλά με τα καλύτερα λόγια για την ECM. «Ο Μάνφρεντ Αϊχερ είναι η ψυχή της εταιρείας», τονίζει ο Β. Τσαμπρόπουλος. «Και όσοι την απαρτίζουν είναι ένα γρανάζι στο ρολόι της. Από το “ρόστερ” των μουσικών που έχει –με τους οποίους αισθανόμαστε όλοι πολύ κοντινά- έως τα εξώφυλλά της, η ECM έχει κάνει πράγματα στη σύγχρονη μουσική που είναι σημεία αναφοράς. Πραγματικά, αισθάνομαι πολύ υπερήφανος που ανήκω στην “οικογένεια” της ECM».

Οι φιλόμουσοι της Τουρκίας

Ο Β. Τσαμπρόπουλος όμως «στάζει μέλι» και για τους φιλόμουσους της γειτονικής μας Τουρκίας. Οταν μιλήσαμε μαζί του, μόλις είχε επιστρέψει από τη γείτονα χώρα, όπου, στο πλαίσιο της ελληνοτουρκικής ανταλλαγής καλλιτεχνών, εκπροσώπησε την Ελλάδα ερμηνεύοντας το κοντσέρτο για πιάνο και ορχήστρα του Εντβαρντ Γκριγκ. «Επαιξα στην Αγκυρα μπροστά σε δύο χιλιάδες Τούρκους, οι οποίοι “μπιζάρισαν” τρεις φορές», λέει. «Ανεξάρτητα από αυτό όμως, οι Τούρκοι είναι καταπληκτικό κοινό, με θέρμη και ζεστασιά. Σεβάστηκαν το κάθε λεπτό του κοντσέρτου, έδειξαν τρομακτική ωριμότητα, ευαισθησία και γνώση του τι σημαίνει να παρακολουθείς ένα κοντσέρτο κλασικής μουσικής». Να σημειώσουμε ότι το άλμπουμ «Μelos» κυκλοφορεί αυτές τις μέρες από την ECM στην Ευρώπη αρχικά και στη συνέχεια στη χώρα μας, ενώ στις 7 Σεπτεμβρίου το τρίο θα ερμηνεύσει το άλμπουμ στο Φεστιβάλ Υμηττού στις 7 Σεπτεμβρίου, ενώ στις 24 Οκτωβρίου θα εμφανιστεί και στο Enjoy Festival, στο Ludwigshafen της Γερμανίας.







ΒΑΣΙΛΗΣ ΤΣΑΜΠΡΟΠΟΥΛOΣ

Η μουσική θυσιάζεται στον βωμό του κέρδους

Της Χάρης Ποντίδα

Μεταξύ world music, κλασικής μουσικής και τζαζ κινείται ο νέος δίσκος του διεθνούς πιανίστα και συνθέτη Βασίλη Τσαμπρόπουλου
«Tα Βαλκάνια έχουν μια ρυθμική πολυμορφία πολύ ενδιαφέρουσα για κάθε μουσικό. Για μένα ήταν πάντα μια αστείρευτη πηγή ιδεών. Και τώρα και πιο παλιά έχω χρησιμοποιήσει πολλά ρυθμικά στοιχεία από την ελληνική μουσική και τη βυζαντινή παράδοση». Ακροβατώντας μεταξύ Βυζαντίου, αρμένικης παράδοσης, κλασικής μουσικής και τζαζ, ο νέος δίσκος του Βασίλη Τσαμπρόπουλου «Μelos» (5ος κατά σειρά με την ΕCΜ) είναι ο τελευταίος της τριλογίας που εγκαινιάστηκε το 2002 με το εξαιρετικά επιτυχημένο «Αkroasis» (όπου αυτοσχεδίασε με το πιάνο πάνω στους βυζαντινούς ύμνους της Μεγάλης Εβδομάδας). Πατώντας γερά στην ερμηνευτική του δεινότητα ως κλασικός πιανίστας αλλά και την αυτοσχεδιαστική του ικανότητα ως γνήσιος τζάζμαν, φέρνει στο φως τον αρχαίο κόσμο της αρμένικης παράδοσης και του βυζαντινού μέλους, πλάθοντάς τον με τα δικά του σύγχρονα υλικά υπερβαίνοντας έτσι τα σύνορα του χώρου και του χρόνου.

Ο δεύτερος δίσκος της τριλογίας ήταν η συνεργασία του με την τσελίστα Αnja Lechner στο «Τραγούδια,

«Οι καλλιτέχνες έχουν πάντα μια τάση να θέλουν να σπάνε το κατεστημένο και αν αυτό δεν βρει ανταπόκριση, δεν είναι εύκολο να πάνε παρακάτω»

Ύμνοι και Χοροί» (2004), μια συνεργασία που βασιζόταν σε διασκευές πάνω σε συνθέσεις του Ελληνοαρμένιου φιλόσοφου G. Ι Gurdjief και σε δικές του συνθέσεις. Το πολύχρωμο αυτό μωσαϊκό, που ουσιαστικά βασίστηκε στη βυζαντινή μουσική παράδοση και κέρδισε την επιδοκιμασία κριτικών και κοινού, ταξίδεψε στα κλασικά τσαρτς ανά τον κόσμο κι έκανε παγκόσμιες περιοδείες, σήμερα συμπληρώνεται με το «Μelos»- πάλι συνθέσεις Τσαμπρόπουλου και Gurdjieff, μόνο που αυτή την φορά η ελευθερία του αυτοσχεδιασμού είναι ακόμα πιο εμφανής και συμπληρώνεται και από τις λεπτεπίλεπτες σκιάσεις και δονήσεις του ντράμερ U. Τ Gandhi.

«Συζητήσαμε με τον Μάνφρεντ Άιχερ (σ.σ. διευθυντής και δημιουργός της διεθνούς δισκογραφικής ΕCΜ) το πώς θα διευρυνθεί αυτός ο κύκλος που άνοιξε τότε με το "Αkroasis". Ξέρετε, ο Άιχερ έχει μια συγκεκριμένη ματιά στα πράγματα, μια αισθητική, γι΄ αυτό και όλοι οι δίσκοι στην ΕCΜ έχουν ένα συγκεκριμένο στίγμα, έναν ήχο, μια ταυτότητα».

Την οποία ο ακροατής καταλαβαίνει ακόμα και από το εξώφυλλο των CD...
Βέβαια. Μέσα σ΄ αυτή την εποχή του αλαλούμ, την έλλειψη άλλων στόχων- πέρα απ΄ το πώς θα πουλήσουμε -, το να υπάρχει μια εταιρεία που να ενδιαφέρεται πραγματικά για την ουσία της μουσικής δεν φαντάζεστε πόσο σημαντικό είναι. Οι καλλιτέχνες έχουν πάντα μια τάση να θέλουν να σπάνε το κατεστημένο και αν αυτό δεν βρει ανταπόκριση, δεν είναι εύκολο να πάνε παρακάτω. Και δεν εννοούμε αυτό το επιδερμικό πράγμα που συμβαίνει πολλές φορές για να αρέσει κάτι σώνει και καλά. Όχι. Εννοώ αυτό που πρέπει να έχει κάθε φορά η μουσική για να επιβιώσει.

Υπάρχει σήμερα στην Ελλάδα αυτή η ανοιχτή κοινότητα καλλιτεχνών κι αυτή η επικοινωνία που δεν έχει σύνορα; Εσείς, τώρα, συνεργαστήκατε με δύο μουσικούς διαφορετικών εθνικοτήτων. Αν η εταιρεία ήταν ελληνική, θα γινόταν αυτό;
Αυτή είναι η χαρά του δημιουργού και της τέχνης. Αυτή είναι η μαγεία της μουσικής. Αν υπάρχει στην εποχή μας δρόμος να συνεχιστεί η δημιουργία, είναι μόνον αυτός ο δρόμος, ο δρόμος της ανοιχτής επικοινωνίας. Σήμερα η δισκογραφία αντιμετωπίζει τεράστια κρίση κι αυτό δεν ισχύει μόνον για τις ελληνικές εταιρείες δίσκων. Η κρίση είναι παγκόσμια.

Τι γνώμη έχετε για την εποχή που ζούμε, την εποχή του mp3;
Ξέρω ότι μεγάλωσα σε μια εποχή που τα ινδάλματά μου και τα ιδανικά μου ήταν ένας φάρος για μένα. Τώρα διακρίνω ένα άγχος κι έναν πανικό παντού. Δεν μπορώ να πω πολλά και για το μέλλον της κλασικής μουσικής. Τυχαίο είναι που τη δεκαετία του ΄70 αναπτύχθηκαν όλοι οι μεγάλοι εκτελεστές; Όχι, γιατί τότε ήταν γόνιμο το έδαφος. Μπορεί να γίνει μουσική σήμερα με αυτή την τεχνοκρατική αντίληψη που υπάρχει όπου όλα θυσιάζονται στον βωμό του κέρδους;

«Δεν μπορούμε να αλλάξουμε τον κόσμο»

Παλιότερα, θυμάμαι ήσασταν πολύ δηκτικός, σχεδόν θυμωμένος με την ελληνική νοοτροπία.Ότι εδώ έχουμε μάθει να εκτιμάμε μόνον τους καλλιτέχνες εισαγωγής. Ακόμη και τους Έλληνες καλλιτέχνες εισαγωγής...
Όταν είμαστε νέοι, νομίζουμεότι μπορούμε να αλλάξουμε τον κόσμο. Σιγά σιγά, συνειδητοποιούμε ότι μόνον εμείς μπορούμε να αλλάξουμε και να προσαρμοστούμε στα δεδομένα. Η μουσική είναι >ένας δύσκολος χώρος, κυρίως η μουσική που κάνω εγώ. Δύσκολα ένας καλλιτέχνης μπορεί να >παράγει καριέρα, αθροιστικά. Όταν καταφέρει και κάνει ένα βηματάκι- που πάντα το κάνει με μεγάλο κόπο- μετά είναι ακόμα πιο δύσκολο, γιατί αισθάνεται ότι η προσπάθεια εκείνη έπεσε στο κενό. Όμως ποτέ δεν είπα ότι δεν μ΄ ενδιαφέρει η χώρα μου. Ίσα- ίσα. Μακάρι όλοι εμείς που μπορούμε να κάνουμε πράγματα εκτός, να δώσουμε τελικά και στην πατρίδα μας. Ποιος δεν το θέλει αυτό;