Λέξεις γραμμένες στην άμμο από έναν αθώο

Εισαγωγή Ελένη Χαρατσή

Ο καλύτερος παιδικός φίλος του ήταν ­θυμάται αργότερα­ ο Σάντσο. Στα δεκατρία του ο πατέρας του τον πήρε μαζί του στην Αβάνα, όπου μπόρεσε πραγματικά να παρακολουθήσει το σχολείο, γιατί εκείνος είχε μεγαλύτερη οικονομική άνεση. Μέσα σε λίγο διάστημα κάλυψε τα κενά επιδεικνύοντας εκπληκτική ικανότητα για μάθηση χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια. Έφτασε μέχρι το πανεπιστήμιο, συγκεκριμένα στη Γεωπονική Σχολή, για την οποία δεν είχε κανένα ενδιαφέρον, αλλά αναγκάστηκε να την παρακολουθήσει γιατί ήταν επιθυμία του πατέρα του. Στα φοιτητικά του χρόνια πήγαινε συχνά στη Φιλοσοφική Σχολή για να ακούσει κάποιους καθηγητές που δίδασκαν εκεί. Έτσι, ήρθε σε επαφή με την ομάδα Verbum, μια λογοτεχνική ομάδα φοιτητών από τη Φιλοσοφική και τη Νομική Σχολή, που εξέδιδε κι ένα ομώνυμο λογοτεχνικό περιοδικό. Ιδρυτής της ο Josι Lezama Lima, ο συγγραφέας του Παραδείσου. Αυτή ήταν η πρώτη και καθοριστική επαφή του με τα λογοτεχνικά δρώμενα της Κούβας της εποχής του.



"Στην εύηχη πατρίδα των καρπών"

 Ήταν οι αρχές της δεκαετίας του '40. Η λογοτεχνική συντροφιά των ποιητών και πεζογράφων, με επικεφαλής την "ηγεμονική" φιγούρα του Χοσέ Λεσάμα Λίμα, πρωτοστατεί επί δύο δεκαετίες στα κουβανικά γράμματα, συσπειρωμένη γύρω από δύο κυρίως λογοτεχνικά περιοδικά, το Espuela de Plata (1939-1941) και το Orνgenes (1944-1956), που διηύθυνε επίσης ο Χοσέ Λεσάμα Λίμα. Από το τελευταίο η λογοτεχνική αυτή ομάδα πήρε και το όνομά της, καθιερώνοντάς το σαν ένα από τα καλύτερα ισπανόφωνα λογοτεχνικά περιοδικά της εποχής του. Ήταν τεράστια η συμβολή αυτών των εντύπων στη διαμόρφωση των λογοτεχνικών πραγμάτων της χώρας ­μεγαλύτερη ακόμη και από αυτή των βιβλίων­ γιατί συγκέντρωναν γύρω τους πεζογράφους, ποιητές και εικαστικούς που παρουσίαζαν μια κοινή στάση, μια κοινή πρόταση απέναντι στην κοινωνία και στη λογοτεχνία, όχι αναγκαστικά πολιτική. Στην περίπτωση του περιοδικού Orνgenes, οι κοινές αντιλήψεις δεν είχαν καμία σχέση με την πολιτική αυτή καθεαυτή παρά μόνο με μια στάση ηθικής μέσα από την υπεύθυνη και σοβαρή καλλιέργεια των γραμμάτων.

Υπάρχει πλήρης διχογνωμία μεταξύ των κριτικών λογοτεχνίας σχετικά με το χαρακτήρα της ομάδας αυτής. Πολλοί ισχυρίζονται ότι αποτελούσαν μια λογοτεχνική γενιά, και όχι απλά ομάδα. Ο ίδιος ο Μπακέρο είχε πει σχετικά: "Στην πραγματικότητα, δεν υπάρχει τίποτα πιο ετερογενές και διαφορετικό από το έργο του κάθε μέλους της υποτιθέμενης αυτής γενιάς". Ο επίσης "origenista" Σίντιο Βιτιέρ έγραφε: "Δεν ήταν εύκολο να κατατάξει κανείς με ακρίβεια εκείνο το κίνημα, ακριβώς επειδή βρισκόταν εκτός των προϋπαρχόντων σχημάτων και εμφανιζόταν με σχέδια απρόβλεπτα. Σε μια χώρα χωρίς παράδοση στη θρησκευτική ποίηση, εκείνοι οι ποιητές ήταν στην πλειοψηφία τους καθολικοί και ωστόσο κινούνταν στο περιθώριο της πολιτικής της Εκκλησίας. Ανήκαν σε μεσαία στρώματα, δεν είχαν ουδεμία σχέση με το μαρξισμό και δεν έκλιναν προς τη δεξιά (μόνο ένας από αυτούς τους ποιητές ακολούθησε αυτόν το δρόμο και το έργο του δημοσιεύτηκε μόνο στο πρώτο από τα σαράντα τεύχη του περιοδικού). [Σ.τ.Μ.: αναφέρεται στον Μπακέρο] Απολύτως ανέγγιχτοι από τη βορειοαμερικανική επιρροή, απέρριψαν το σύστημα αξιών της κυρίαρχης αστικής τάξης και αφοσιώθηκαν σε ένα έργο ποιητικό το οποίο προσπαθούσε να εκφράσει έννοιες πρωτότυπες ταυτόχρονα με την πλήρη αντίθεσή του στην αερολογία, στην ευκολία και στον ηδονισμό της κουβανικής πολιτικής ζωής. Ο πολιτικός τους πεσιμισμός συνοδευόταν από μια υπερβατική φιλοδοξία που τους επέτρεψε να αντισταθούν και να δημιουργήσουν στην έρημο".

Η "έρημος" δεν ήταν άλλη από το κοινωνικό και πολιτικό σκηνικό της Κούβας στα τέλη της δεκαετίας του '30 και αργότερα. Κυβερνήσεις διαφθοράς και καταπίεσης, έλλειψη αξιών, τρυφηλές ενασχολήσεις και απουσία οραμάτων σε οποιοδήποτε επίπεδο. Οι ποιητές των Orνgenes επιχειρούν να προβάλλουν με το έργο τους το ήθος, όχι τόσο με τη χριστιανική έννοια, αλλά με τη σοβαρότητα σε αυτό που αναλαμβάνουν να φέρουν εις πέρας. Ο Κουβανός ποιητής και δοκιμιογράφος Χεσούς Μπαρκέτ λέει σχετικά: "Τα μέλη της ομάδας Orνgenes δε θεωρούσαν σκόπιμο να εμπλακούν στο διεφθαρμένο πολιτικό σκηνικό της εποχής τους, αλλά προτιμούσαν να στήσουν τη δική τους σκηνή μακριά, σε άλλους χώρους, περισσότερο ηθικούς, τους οποίους, καθώς δεν τους έβρισκαν στην πραγματικότητα της εποχής τους, κόπιασαν να τους δημιουργήσουν οι ίδιοι: ήταν τα συλλογικά περιοδικά τους και τα προσωπικά τους έργα. [...]


Μπροστά σε ένα πραγματικό κράτος διαφθοράς, το οποίο διαρκώς παρατηρούσαν και έκριναν με οξύνοια σαν πολιορκητικό στρατό δεχόμενο εχθρικά βέλη, δημιουργούσαν τα συλλογικά και προσωπικά έργα τους που εγκολπώνονταν απλόχερα εθνικά και παγκόσμια χαρακτηριστικά (αυτό που εκείνοι ονόμαζαν ανακάλυψη μιας παγκόσμιας κουβανικής πραγματικότητας). Προσπαθούσαν να διασώσουν κατ' αυτό τον τρόπο μια κουλτούρα που βρισκόταν σε κίνδυνο εξαιτίας του ηθικού σκότους που, κατ' αυτούς, έπεφτε πάνω από την Κούβα. Σύμφωνα με το Λεσάμα, το περιοδικό Orνgenes αποτέλεσε μέσα στην πολιτιστική εκείνη συγκυρία ένα σχεδόν ηράκλειο κατόρθωμα, χαρακτηρισμός που θα μπορούσε να συνοδεύσει και τα υπόλοιπα περιοδικά της ομάδας. Η συνέπεια και η σταθερή ποιότητα όλων των περιοδικών ­που εκδίδονταν χωρίς κερδοσκοπικά οφέλη, με τέλεια αδιαφορία για την κοινωνική αναγνώριση σε ένα περιβάλλον σημαδεμένο ακριβώς από τον πραγματισμό και την κερδοσκοπία, που επιβίωναν μέσα από τις θύελλες των πολυάριθμων και πολυεπίπεδων κριτικών που δέχονταν­ σήμαναν με τον καιρό μια νέα αντίληψη ηρωισμού και αυτοθυσίας που προκαλούσε διαδοχικά την κατάπληξη των διανοουμένων και τον ειλικρινή προσωπικό θαυμασμό για τους εκδότες τους".

 Οι origenistas λοιπόν εγκαθίδρυσαν τη δική τους "δημοκρατία των γραμμάτων", σύμφωνα με τον όρο του Λεσάμα Λίμα, μοχθώντας γι' αυτό που αποκλειστικά τους ενδιέφερε: την καλλιέργεια των τεχνών και το ήθος. Γνώρισαν στο κουβανικό κοινό τους μεγάλους ξένους ποιητές μεταφράζοντας μεταξύ άλλων Έλιοτ, Ελυάρ, Πάουντ, Ρίλκε, "αποκατέστησαν" το ποιητικό έργο και τις αντιλήψεις πολλών Κουβανών συναδέλφων τους, προεξάρχοντος του Χοσέ Μαρτί, συνεργάστηκαν με σπουδαίους ισπανόφωνους ποιητές τόσο της Ισπανίας όσο και της ισπανόφωνης Αμερικής (Χουάν Ραμόν Χιμένεθ, Χόρχε Λουίς Μπόρχες, Σέσαρ Βαγέχο) και, τέλος, παρουσίασαν ένα πρωτότυπο προσωπικό έργο που δημιούργησε ένα φωτεινό αστερισμό στο κουβανικό ποιητικό στερέωμα, σημείο αναγκαστικής αναφοράς για τους οδοιπόρους της ποίησης.

Η αντίληψη περί δημιουργίας αυτών των "εργατών" της ποίησης συνοψίζεται με τον πιο διαυγή τρόπο στις απλές κουβέντες που ο ποιητής Ελισέο Ντιέγο, μέλος κι αυτός της ομάδας Orνgenes, είχε αναφέρει για την προσωπική του δέσμευση με την ποίηση: "Έχω δουλέψει με τις λέξεις σε όλη μου τη ζωή, και δεν το φέρω βαρέως ούτε ντρέπομαι γι' αυτό, γιατί τι παραπάνω είναι οι λέξεις από μια ύλη όπως το ξύλο ή το σίδερο, και με τη λέξη, το ξύλο ή το σίδερο μπορεί κανείς να υπηρετήσει τον άνθρωπο και να απλώσει την ομορφιά του κόσμου".

"Διαβεβαιώνω ότι θα προτιμούσα να δουλεύω με μια ύλη ακόμα πιο πολύτιμη: την ίδια μου τη ζωή, βάζοντάς τη σε κίνδυνο για να ζήσουν κάποιοι άλλοι μια καλύτερη. Αλλά αυτή είναι μια δουλειά για την οποία απαιτούνται χαρίσματα εξαιρετικά που ποτέ δεν είχα, και χωρίς τα οποία μπορεί να προκληθεί όχι μόνο μια ανακολουθία αλλά μια πραγματική καταστροφή".
"Έτσι θα συνεχίσω να δουλεύω τη φευγαλέα και ταπεινή μου ύλη όσο θα αναπνέω..."
"Μου αντιστοιχεί λοιπόν η μικρή περηφάνια να κάνω καλά αυτό που καλά μπορώ να κάνω".

Η ποίηση του Μπακέρο: "Σαν πλεούμενο ανασυρμένο από θάλασσα ζοφερή"

Ένας λοιπόν από αυτούς τους εργάτες ήταν και ο Γαστόν Μπακέρο (1918-1997), ένας τεχνίτης απαιτητικός και δύστροπος με το ίδιο του το έργο. Στις λιγοστές συνεντεύξεις που είχε δώσει, αναφέρει ότι το μοναδικό ποίημά του που περισσότερο τον έκφραζε ήταν "Ο Μαρσέλ Προυστ κάνει βαρκάδα στον Κορινθιακό Κόλπο", ακολουθώντας στις προτιμήσεις του το "Βρανδεμβούργο 1526". Ελάχιστες φορές είχε έναν καλό λόγο για το έργο του, πράγμα που δε συνέβαινε διόλου με τις κρίσεις του για το έργο άλλων ποιητών. Το 1984, όταν εκδόθηκε στη Μαδρίτη το μέχρι τότε σύνολο του ποιητικού του έργου με τον τίτλο Magias e invenciones (Μαγείες και επινοήσεις), στον πρόλογο με τον τίτλο "Al final del camino" ("Στο τέλος της πορείας") έλεγε τα εξής: "Σε αυτό το συγκεντρωμένο ποιητικό έργο ο αναγνώστης θα βρει τα ποιήματα που έγραψα από τα τέλη της δεκαετίας του '30. Δεν περιλαμβάνονται όλα, γιατί ευτυχώς χάθηκαν πολλά, δοξασμένοι ας είναι οι θεοί! Νομίζω ότι με τα υπόλοιπα υπάρχει αρκετό υλικό, ίσως και υπερβολικό. Θα έπρεπε κανείς να έχει το θάρρος, στο τέλος της πορείας, να κρατήσει δυο τρία ποιήματα, αυτά που θεωρεί πιο αντιπροσωπευτικά της πρόθεσης, του σκοπού που τον διακατείχε ή του ενστίκτου που τον οδήγησε στο να τα γράψει. Το ζήτημα δεν είναι να περιληφθούν "τα καλύτερα", γιατί ο χρόνος με δίδαξε ότι όταν κάποιος έρχεται αντιμέτωπος με το έργο του δεν έχει την παραμικρή ιδέα για το ποιο είναι το καλύτερο ή το λιγότερο κακό ή το πραγματικά κάκιστο. Δεν ξέρει κανείς τι ποίηση προσπάθησε να γράψει ­τι προσπάθησε να κάνει με την ποίηση­ και ξέρει ακόμα λιγότερο τι αντίδραση θα προκαλέσει αυτή στον αναγνώστη του ενός ή του άλλου ποιήματος".

Δημοσιεύει ελάχιστα και με μακρές περιόδους σιωπής, αρχής γενομένης το 1942 με την έκδοση των πρώτων ποιημάτων του, τέσσερα στον αριθμό, υπό το λιτό τίτλο Poemas (Ποιήματα). Την ίδια χρονιά εκδίδεται και το ποίημα "Ο Σαούλ πάνω στο ξίφος του", ενώ λίγα χρόνια αργότερα, το 1948, είναι ένας από τους δέκα Κουβανούς ποιητές που παρουσιάζονται στην ιστορική ανθολογία του επίσης ποιητή και δοκιμιογράφου Σίντιο Βιτιέρ, Diez poetas cubanos (Δέκα Κουβανοί ποιητές). Ο Βιτιέρ περιλαμβάνει στην ανθολογία το ποίημα "Διαθήκη του ψαριού" και γράφει για τον Μπακέρο:

"Βλέποντάς τη στο πολυδιάστατο σύνολό της, βρισκόμαστε αναμφίβολα μπροστά στην πιο διαλογική και μελωδική ποίηση τούτης της ανθολογίας, που βρίσκεται μορφολογικά στον αντίποδα, για παράδειγμα, αυτής του Χοσέ Λεσάμα Λίμα. Αν γι' αυτόν η δόμηση του ποιήματος σημαίνει μια οργανωμένη αντίσταση, για τον Μπακέρο είναι περισσότερο μια διαρκής ροή, στην οποία οι στίχοι πλάθονται και διαπλέκονται με αυτή την αυθόρμητη μουσικότητα που ενέχει τον κίνδυνο να μετατραπεί σε ρητορική ή σε καθαρή φόρμα τραγουδιού. Ο διάχυτος κίνδυνος αντισταθμίζεται από μια ειρωνική ευαισθησία απέναντι στους πειρασμούς που καραδοκούν, φθάνοντας σε μια ισορροπία ώριμη και γενναιόδωρη, που μας θυμίζει μερικές φορές την ποιητική ορμή του Γουίτμαν. 'Αλλοι ποιητές πολύ αντιπροσωπευτικοί των προτιμήσεών του (που αλληλοσυμπληρώνονται γόνιμα με διακριτική φυσικότητα) είναι ο Μιγέλ ντε Ουναμούνο, για τον οποίο έχει γράψει κάποιες ωραιότατες μελέτες, και ο Τ. Σ. Έλιοτ, τα ποιήματα του οποίου έχει μεταφράσει εξαιρετικά.
"Υπογραμμίζουμε την εξαιρετική σημασία των ποιημάτων "Λέξεις γραμμένες στην άμμο από έναν αθώο" και "Ο Σαούλ πάνω στο ξίφος του", ποιήματα που, κατά την κρίση μας, τοποθετούνται στο πιο υψηλό επίπεδο παγκοσμιότητας της ισπανοαμερικανικής ποίησης".

Αυτές είναι και οι μόνες εκδόσεις ποιημάτων του στην Κούβα. Από το 1942 στρέφεται σχεδόν αποκλειστικά στη δημοσιογραφία, κλάδο στον οποίο διαπρέπει, παρά το ότι θεωρούσε εξαιρετικά αληθινή τη ρήση του Μπαλζάκ "εάν η δημοσιογραφία δεν υπήρχε, θα έπρεπε να μην την εφεύρουμε". Χωρίς να παύει να γράφει ποίηση, αφοσιώνεται σε ένα είδος "δοκιμιακής δημοσιογραφίας" ­ όρος που ο ίδιος χρησιμοποιούσε. Οι πραγματικοί λόγοι που τον ώθησαν σε αυτή τη δραστηριότητα δεν είναι γνωστοί. Πολλοί σύγχρονοί του τον κατηγόρησαν για φιλοχρηματία και επιπολαιότητα. Ο ίδιος ισχυριζόταν ότι "...επηρέασε πολύ αυτή την απόφαση το γεγονός ότι ποτέ δεν πίστεψα πως θα γινόμουν κάποιος σπουδαίος για τη λογοτεχνία. Σ' αυτούς που μου έλεγαν αυστηρά ή τρυφερά ότι έκανα άσχημα που "εγκατέλειπα τα γράμματα", τους απαντούσα αυτό που θα απαντούσα περίπου και τώρα: Κοιτάξτε, ξέρω ότι δεν είμαι ούτε θα γίνω ο Ρίλκε ή ο Έλιοτ, ή κάποιος σαν αυτούς. Χρειάζομαι μια καλοπληρωμένη δουλειά για λόγους οικογενειακούς. Αν δε λάβω υπόψη μου αυτούς τους λόγους, και αποδειχθεί εκ των υστέρων ότι οι λογοτεχνικές μου δυνατότητες είναι περιορισμένες, θα με ακολουθούν για πάντα οι τύψεις, τις οποίες δε θα είχα ποτέ αν δεν έγραφα το τάδε ποιηματάκι ή το δείνα δοκίμιο. Ως μαθητευόμενος ποιητής νιώθω ότι είμαι ένας ανάμεσα σε πολλούς ομοίους μου. Έχω ενθουσιασμό αλλά όχι ματαιοδοξία. Πιστεύω στην ποίηση, αλλά όχι σ' εμένα".

Ο Μπακέρο ανήκει στην κατηγορία των ποιητών που το έργο τους δημιούργησε αίσθηση από τα πρώτα κιόλας βήματά τους. Ο Κουβανός ποιητής και κριτικός Σίντιο Βιτιέρ, όταν δημοσιεύτηκαν τα πρώτα δείγματα της ποίησής του στις αρχές της δεκαετίας του '40, έγραφε: "Τα ποιήματά του έφθαναν κι έβρισκαν τη θέση τους στο φως σαν να υπήρχαν εκεί από πάντα, οικεία μέσα στο μυστικό και στη βαρύτητά τους", ενώ η Ισπανίδα ποιήτρια Μαρία Θαμπράνο μιλούσε για το "χυμώδη αισθησιασμό" εκείνων των πρώτων ποιημάτων που αποδείκνυαν ότι "ο χυμώδης πλούτος της ζωής, το παραλήρημα της ουσίας, προϋπάρχει του κενού".

"Την αγάπη για τη χώρα μου την κουβαλώ μέσα μου, στο εσωτερικό μου κάστρο"

Η επικράτηση της επανάστασης του Φιντέλ Κάστρο το 1959 τον βρίσκει να εργάζεται ως αρχισυντάκτης στην έγκυρη κουβανική εφημερίδα Diario de la Marina. Εφημερίδα μάλλον συντηρητική, της οποίας τη λειτουργία η κυβέρνηση διέκοψε διώκοντας ταυτόχρονα με τον ένα ή τον άλλο τρόπο τα στελέχη της. Ο Μπακέρο έφυγε για την Ισπανία λίγους μήνες αφότου ανέλαβε η κυβέρνηση του Φιντέλ Κάστρο. Στη λίστα των πρώτων αυτοεξόριστων διανοουμένων το όνομά του εμφανίζεται δεύτερο. "Στην πραγματικότητα ποτέ δεν ένιωσα μακριά από το Νησί μου, γιατί έχουμε μέσα μας όσα πράγματα από το Σύμπαν μας ενδιαφέρουν... Την αγάπη για τη χώρα μου την κουβαλώ μέσα μου, στο εσωτερικό μου κάστρο. Δε νιώθω νοσταλγία για τίποτα, ούτε ένιωσα ποτέ μου, γιατί η νοσταλγία είναι προϊόν έλλειψης φαντασίας. Ό,τι μου λείπει, το επινοώ. Όπως έλεγε ο Λεονάρντο σ' ένα σονέτο, "όποιος δεν έχει αυτό που θέλει / ας θέλει αυτό που έχει". Θα μου άρεσε να κάνω μια βόλτα στο Δία ή στην Αφροδίτη, αλλά εφόσον δεν μπορώ, συμβιβάζομαι με τη Γη, και την αγαπώ". Του άρεσε να επαναλαμβάνει τη φράση του Σενέκα: "Σε οποιοδήποτε σημείο του πλανήτη και να βρεθεί κανείς, η απόσταση από τα αστέρια είναι ίδια... Στην εξορία ζω και θα εξακολουθώ να ζω μέχρι το ρολόι να πάψει να χτυπά για μένα".

Η νέα του πατρίδα, η οποία θα τον φιλοξενήσει μέχρι το θάνατό του (15 Μαΐου 1997), χωρίς να επιστρέψει ποτέ στη γενέτειρά του, του πρόσφερε (διστακτικά στην αρχή) κάποιες ευκαιρίες τόσο σε επίπεδο αποκλειστικά βιοποριστικό όσο και συγγραφικό. Εκδίδει ξανά, στην Ισπανία πια, το 1960, μετά από 28 ολόκληρα χρόνια σιωπής, τη συλλογή Poemas escritos en Espana (Ποιήματα γραμμένα στην Ισπανία) στο λογοτεχνικό περιοδικό Cuadernos Hispano-americanos. Εργάζεται για πολλά χρόνια στο Ινστιτούτο Ιβηρο-αμερικανικής Συνεργασίας, συνεργάζεται με διάφορες εφημερίδες, και κυρίως με την επίσης συντηρητική ισπανική ABC, διδάσκει στη Δημόσια Σχολή Δημοσιογραφίας ισπανοαμερικανική λογοτεχνία και ιστορία της Αμερικής και, τέλος, εργάζεται στην κρατική ραδιοφωνία ως συντάκτης, απ' όπου και συνταξιοδοτείται. Η διστακτική, αρχικά, βοήθεια που του προσφέρει η φρανκική Ισπανία οφείλεται βεβαίως στην κοινωνική και πολιτική συγκυρία των δύο χωρών. Οι μεν προοδευτικοί Ισπανοί βλέπουν καχύποπτα έναν ποιητή που φεύγει από τη χώρα του, επειδή εκεί επικρατεί μια κυβέρνηση που ισχυρίζεται ότι ήρθε για να δώσει τέλος στη διαφθορά και στην αδικία, ενώ φθάνοντας στην Ισπανία δημοσιεύει σε μια εφημερίδα δεξιάς μάλλον απόκλισης, οι δε συντηρητικοί φρανκικοί δεν αποδέχονται εύκολα έναν έγχρωμο με αμφίβολες σεξουαλικές προτιμήσεις. Μόνο στήριγμα κάποιοι πραγματικοί φίλοι που αναγνωρίζουν την αξία του και βοηθούν στην εξεύρεση εργασίας καθώς και στη δημοσίευση των ποιημάτων. Το ουσιαστικότερο βέβαια στήριγμα ήταν η ευρυμάθεια και η γενναιοδωρία του. Το δοκιμιακό του έργο είναι εξίσου σημαντικό με το ποιητικό, αποτέλεσμα των βαθιών και ουσιαστικών του γνώσεων. Ενδεικτικά αναφέρουμε τα έργα Escritores latinoamericanos de hoy (Σύγχρονοι Ισπανοαμερικανοί συγγραφείς) και Indios, blancos y negros en el caldero de Amιrica (Ινδιάνοι, λευκοί και μαύροι στο καζάνι της Αμερικής). Αυτή η ευρυμάθεια, καθώς και η αμεσότητα των ιδεών του, τον βοήθησε να διαπρέψει όπου κι αν εργάστηκε. Στους πολύ δύσκολους οικονομικά καιρούς τού επέτρεψε ακόμα και να βοηθά στη διδακτορική διατριβή πολλών φοιτητών έναντι κάποιας αμοιβής. Ο ποιητής και εκδότης των Απάντων του, ο επίσης Κουβανός Πίο E. Σερράνο, έγραφε για τον Μπακέρο: "Αδιάφορος για οποιουδήποτε είδους ορθόδοξη αντίληψη, καχύποπτος απέναντι στους αποκλείοντες μονολόγους, ο Γαστόν Μπακέρο έγινε ο ποιητής που άσκησε τη μεγαλύτερη επίδραση στις νέες κουβανικές γενιές. Οι νέοι είδαν στο διακριτικό σκεπτικισμό του Μπακέρο ένα τείχος μπροστά στη μη ανεκτικότητα. Μέσα του έσφυζε ένα βαθύ πάθος για τη χώρα του, ένα πάθος ήρεμο και αντίθετο στον κάθε συγκινησιακό παροξυσμό. Ουσιαστικά Κουβανός, και γι' αυτό Αφρικανός και Ισπανός, άνοιξε την πόρτα του σε όλους τους νέους Κουβανούς που ζουν μέσα ή έξω από το Νησί. Η αναγκαστική εξορία δεν τον εξαφάνισε".

Έξι χρόνια μετά τη δημοσίευση του Poemas escritos en Espana, εμφανίζεται το 1966 με τη συλλογή Memorial de un testigo (Ιστόρηση ενός μάρτυρα). Το 1984 εκδίδεται το μέχρι τότε σύνολο του ποιητικού του έργου, στο οποίο προστίθεται και μία καινούρια συλλογή με τον τίτλο Μαγείες και επινοήσεις. Δημοσιεύει την τελευταία του συλλογή με τον τίτλο Poemas invisibles (Αθέατα ποιήματα) το 1991, ενώ το 1992 εκδίδεται μια Autoantologνa comentada (Σχολιασμένη προσωπική ανθολογία), στην οποία χωρίζει τα ποιήματα που επιλέγει σε δύο ενότητες: τα Προσωποποιημένα και τα Απρόσωπα ποιήματα, ενώ ταυτόχρονα προτείνει στον αναγνώστη ένα μουσικό θέμα το οποίο αναδεικνύει ­πολλές φορές λειτουργώντας και ως αντίστιξη­ το ποίημα. Ο Κουβανός ποιητής έκλεινε τον πρόλογο αυτής της ανθολογίας με τα εξής λόγια: "Τούτα δεν είναι, αναγνώστη, ούτε τα καλύτερα ούτε τα πιο αγαπημένα μου ποιήματα. Τα έβαλα σε αυτή τη σειρά γιατί έχω την ελπίδα ότι αντιπροσωπεύουν, καλύτερα από άλλα, το μικρό και άσκοπο παιδεμό μου ενάντια στο χάος της ύπαρξης".

Τέλος, το 1995 και το 1998 γίνονται αντίστοιχα δύο διαφορετικές εκδόσεις των Απάντων του. Ευτύχησε να δει την πρώτη, αυτή με την οποία το Μορφωτικό Ίδρυμα της ισπανικής τράπεζας Central Hispano θέλησε να εγκαινιάσει τις εκδοτικές του δραστηριότητες, μετά από πρόταση του Ποντιφικού Πανεπιστημίου της Σαλαμάνκα. Το 1998, ο εκδοτικός οίκος Verbum με έδρα τη Μαδρίτη, που διευθύνεται από τον Κουβανό ποιητή και προσωπικό φίλο του Μπακέρο, Πίο Ε. Σερράνο, κυκλοφόρησε μια δεύτερη και εμπλουτισμένη έκδοση των Απάντων του μετά την παραχώρηση των δικαιωμάτων από την ανιψιά του ποιητή. Σε αυτή βασίστηκε η παρούσα ελληνική έκδοση της ανθολογίας.

"De profundis"

Ο Μπακέρο πάντα δυσανασχετούσε όταν έπρεπε να γράψει προλόγους. Θεωρούσε μάλιστα ότι οι πρόλογοι, αντί να κατατοπίζουν, διαστρεβλώνουν την άποψη του αναγνώστη, και αυτοσαρκαζόταν στους περισσότερους απ' αυτούς. Στην πρώτη έκδοση των Απάντων του, σεβόμενος απόλυτα την τιμή που θεωρούσε ότι του γινόταν με αυτή, έγραψε έναν πρόλογο με κάποια προσωπικά του συναισθήματα και σκέψεις στη δύση της ζωής του. Έδωσε στον πρόλογο αυτό τον τίτλο "De profundis". Ας δούμε τι μας εξομολογείται:

[...] "Κρατάω στα χέρια μου κάτι που το λένε 'Απαντα του Γαστόν Μπακέρο, κι εγώ, που έχω μια κάποια φιλική σχέση μ' αυτό τον κύριο εδώ και πολύ καιρό, ξαφνικά δεν καταλαβαίνω, σχεδόν δε γνωρίζω για τι πράγμα μιλάνε, και σκέφτομαι ότι κάποιος 'Αλλος είναι ο κύριος στον οποίο αναφέρονται. Θα είναι, λέω με το νου μου, κάποιος κύριος πολύ ηλικιωμένος πια, ένας μπαμπόγερος ξεκούτης, τον οποίο οι φίλοι του θέλουν να αποχαιρετίσουν μ' ένα χαμόγελο κι ένα δάφνινο στεφάνι, ένα φιλάκι κι ένα παντεσπάνι. Καταπίνω αυτό το πικρό ποτήρι και προσπαθώ να υποδυθώ όσο το δυνατόν καλύτερα αυτό τον ύστατο ρόλο, που δε μου πάει. Μήπως δηλαδή ένας κάποιος αριθμός ποιημάτων κι ένας όχι μικρότερος αριθμός χρόνων ηλικίας σημαίνουν αμετάκλητα έναν αποχαιρετισμό;
Ας παίξουμε, οι αναγνώστες κι εγώ, το παιχνίδι που μας ζητάνε. Από το 1937 ή 1938 γράφω και δημοσιεύω ποιήματα. Ποτέ δεν είχα ­ούτε έχω­ συνείδηση της αξίας ή της μη αξίας που έχουν αυτά τα γραπτά. Σ' εμένα η ποίηση εμφανίσθηκε όπως το ύψος ή το σώμα μου. Ξαφνικά, μια μέρα, είδα ότι ήταν εκεί, όπως ήταν η αγάπη μου για τα φρούτα και ο φόβος του θανάτου.
Η ποίηση δεν είναι κάτι που κάποιος βγαίνει να ψάξει, όπως ένα χαμένο σκυλάκι. Δεν ξέρει αν την έχει, γιατί αυτή έρχεται αθόρυβα και απροειδοποίητα. Συνοδεύει τον ενδιαφερόμενο χωρίς να του ζητήσει την άδεια, μόλις αυτός πιάσει το χαρτί και το μολύβι και αφοσιωθεί στην υπακοή μιας προσταγής.
Αντίθετα μ' αυτό που συμβαίνει με τα φύλλα των δέντρων, που απομακρύνονται σιωπηρά, τα ποιήματα εγκαθίστανται στο φύλλο του χαρτιού και μένουν εκεί, στοιβάζονται στριμωγμένα, μέχρι να βγουν προς τα έξω. Ζητούν να ακουστούν, γυρεύουν να ζήσουν. Χωρίς να ξέρει πώς και πότε, ακούει κανείς μια μέρα να τον φωνάζουν ποιητή. Δε δίνει πολλή σημασία, γιατί ξέρει ότι ποιητές, αυτό που αληθινά λέμε ποιητής, υπήρξαν και υπάρχουν πολύ λίγοι στον κόσμο.
Ποτέ δε με άκουσε κανείς να λέω "είμαι ποιητής". Φίλος της Ποίησης, αιώνιος εραστής της, μαθητευόμενος της τρομερής τέχνης που απαιτεί, αυτό αισθάνομαι πως είμαι.
Γράφω αυτές τις γραμμές πριν εισέλθω στο μεταθανάτιο ή αποχαιρετιστήριο βιβλίο, για να εκφράσω γραπτώς την ευγνωμοσύνη μου σε τόσους φίλους που από τις μακρινές μέρες των πρώτων ποιημάτων έως αυτή τη στιγμή που γράφω, τη μεγαλόπρεπη για μένα, μου άπλωσαν το χέρι. Δε θα αποτολμήσω μια απαρίθμηση, γιατί σήμερα στον κόσμο ο αριθμός των καλών είναι απείρως μεγαλύτερος από εκείνο των κακών. Αν συνέβαινε το αντίθετο, δε θα μπορούσαμε να ζήσουμε ούτε να γράφουμε ποίηση".

Ελένη Χαρατσή

agoraste