ποίηση
Πάντ' ανοιχτά, πάντ' άγρυπνα τα μάτια της ψυχής μου - Σκιαγραφώντας τον Διονύσιο Σολωμό

Όπου και να σας βρίσκει το κακό, αδελφοί,
όπου και να θολώνει ο νους σας,
μνημονεύετε Διονύσιο Σολωμό

Οδυσσέας Ελύτης


μια ιστορία από τα επτάνησα

Ο Διονύσιος Σολωμός γεννήθηκε στη Ζάκυνθο το 1798. Γονείς του ήταν ο κρητικής καταγωγής ηλικιωμένος κόντες Νικόλαος Σολωμός και η δεκαπενταετής υπηρέτριά του, Αγγελική Νίκλη. Το 1802, ο κόντες Νικόλαος χήρεψε από τη νόμιμη σύζυγό του Μαρνέττα Κάκνη, έχοντας αποκτήσει μαζί της δύο παιδιά, τον Ροβέρτο και την Έλενα, ενώ από το 1796 διατηρούσε δεσμό με την Αγγελική, αποκτώντας μαζί της εκτός από τον Διονύσιο άλλον έναν γιο, τον Δημήτριο, το 1801. Παντρεύτηκαν λίγο προτού πεθάνει ο κόντες, στις 27 Φεβρουαρίου 1807, καθιστώντας τα δύο παιδιά τους νόμιμα τέκνα του Νικολάου. Ο μικρός Διονύσιος, πέρασε τα δέκα πρώτα του χρόνια στο πατρικό του σπίτι στην Ζάκυνθο, υπό την κηδεμονία του κόντε Διονυσίου Μεσσαλά και υπό την επίβλεψη του Ιταλού πρόσφυγα δασκάλου του, αβά Σάντο Ρόσι. Μετά το γάμο της μητέρας του με τον κατώτερο κοινωνικά Μανόλη Λεονταράκη, με απόφαση του κόντε Μεσσαλά, ο Διονύσιος αναχώρησε για σπουδές στην Ιταλία το 1808 (ένα χρόνο πριν την κυριαρχία των Άγγλων στο Ιόνιο), συνοδευόμενος από τον δάσκαλό του, σύμφωνα με τη συνήθεια των ευγενών των Επτανήσων, αλλά ενδεχομένως και εξ αιτίας των οικογενειακών εξελίξεων. Γράφτηκε αρχικά στο Λύκειο της Αγίας Αικατερίνης στη Βενετία, καθώς όμως δυσανασχετούσε με την αυστηρή πειθαρχία του σχολείου, ο Ρόσι τον πήρε μαζί του στην Κρεμόνα, όπου και τελείωσε το Λύκειο το 1815. Βαθειά συναισθηματικός, βρίσκοντας τη στοργή που είχε στερηθεί στη Ζάκυνθο και τη Βενετία, αγκάλιασε την ιταλική φιλολογία. Σπούδασε στη συνέχεια στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου της Παβίας, από όπου αποφοίτησε το 1817, σε μια περίοδο όπου η διαμάχη των Μεγάλων Δυνάμεων έφτανε στο αποκορύφωμά της και η Ιταλία διαπνεόταν από ένα ρεύμα φιλελευθερισμού και εθνικής ανεξαρτησίας.

Από τα σημαντικότερα -αποκλειστικά ιταλικά ποιήματα- εκείνης της περιόδου, η Ode per la prima messa (Ωδή για την πρώτη λειτουργία) και La distruzione di Gerusalemme (Η καταστροφή της Ιερουσαλήμ), έφεραν το Σολωμό σε επαφή με σημαντικούς Ιταλούς εκπροσώπους του πνεύματος, όπως το Μαντσόνι, το Φώσκολο και το Μόντι. Επέστρεψε στη Ζάκυνθο το 1818, ερχόμενος σε επαφή με τους σημαντικότερους εκφραστές της πνευματικής άνθησης που διέτρεχε το νησί ήδη από τον 18ο αιώνα, και αναπτύσσοντας στενή σχέση με τους Αντώνιο Μάτεση, Γεώργιο Τετσέρτη, Διονύσιο Ταπαγιέρα και Νικόλαο Λούντζη, με τους οποίους και συνδιασκέδαζε κάποια εύθυμα βράδια, σκαρώνοντας αυτοσχέδια σατυρικά ποιήματα. Παράλληλα με τα ιταλικά του ποιήματα, και παρά τις γλωσσικές δυσκολίες, ο Σολωμός επιχείρησε να γράψει στην προσφιλή του ελληνική δημοτική. Ανατρέχοντας στα δημοτικά τραγούδια, τους προσολωμικούς ποιητές, τη δημώδη και κρητική λογοτεχνία, και επιχειρώντας να συνθέσει μικρούς εύπλαστους στίχους με δημοτικό δεκαπεντασύλλαβο, τροχαϊκό ή ιαμβικό μέτρο που θύμιζαν αμυδρά τα ιταλικά του στιχουργήματα, ολοκλήρωσε τα πρώτα του ελληνικά ποιήματα έως το 1823. Μεταξύ αυτών η τρυφερή Ξανθούλα (ίσως το ωριμότερο όλων), που κινώντας για την ξενιτιά χάνεται στον ορίζοντα ως «πανάκι» ή «του πελάγου αφρός», η (γνωστή-άγνωστη) Αγνώριστη, «Που κατεβαίνει / Ασπροεντυμένη / Οχ το βουνό», η αθώα κι ορφανή Ανθούλα, το μελοποιημένο από το Μάνο Χατζιδάκι Όνειρο, με το ερωτευμένο ζευγάρι να βηματίζει σε «ένα ωραίο περιβολάκι» κάτω απ’ τ’ αστέρια, Ο θάνατος της ορφανής, Τα δυο αδέρφια, τα αρκαδικής έμπνευσης Θάνατος του βοσκού και Ευρυκόμη, όπου ο Θύρσης μπερδεύοντας τη θάλασσα με την ωραία Ευρυκόμη «φιλεί τον αφρό της» που εν αγνοία του έγινε και μνήμα της καλής, καθώς και Η τρελή μάνα, (ποίημα γραμμένο πριν το 1822 και ενσωματωμένο αργότερα στο Λάμπρο), όπου ο Σολωμός, στο πνεύμα του πρώιμου ρομαντισμού, μιλώντας για τη μητρική αγάπη, συναρμολογεί με εξαίσια διορατικότητα εικόνες φρίκης και χαράς, συνδυασμό που στη συνέχεια υιοθετεί σαν κανόνα. Γραμμένα στη μητρική του γλώσσα, και οικεία στους περισσότερους από εμάς τα ποιήματα αυτά του Σολωμού, υστερούν σε σχέση με τα ώριμα και πυκνογραμμένα του ιταλικά σονέτα της ίδιας εποχής, παρουσιάζοντας ωστόσο μια γοητευτική απλουστευτική αφέλεια.

Το 1822, ο Διονύσιος Σολωμός συναντήθηκε με τον Σπ. Τρικούπη, προσκεκλημένο του λόρδου Γκίλφορντ στη Ζάκυνθο. Ακούγοντας τους στίχους της ιταλικής Ωδής για την πρώτη λειτουργία που του απήγγειλε ο ποιητής, ο Τρικούπης τον παρότρυνε να γράψει ελληνικά, δίνοντας έτσι «στον ελληνικό Παρνασσό το Δάντη του» και διεκδικώντας εκεί την πρώτη θέση. Λίγο αργότερα, τον Μάιο του 1823, ολοκληρώθηκε μέσα σε έναν μόλις μήνα στην ελληνική δημοτική γλώσσα ο Ύμνος εις την Ελευθερίαν, πρώτη μεγαλειώδης απόδειξη εκείνου που σθεναρά υποστήριξε ο Σολωμός ως το τέλος της ζωής του: «υποτάξου πρώτα στη γλώσσα του λαού και αν είσαι αρκετός, κυρίεψέ την…». Το ποίημα των 158 τετράστιχων στροφών, εμπνευσμένο από την ελληνική επανάσταση του 1821, γράφτηκε στη Ζακυνθινή ύπαιθρο, στο λόφο του Στράνη, υπό τον ήχο των κανονιών της τουρκικής πολιορκίας του Μεσολογγίου, όπου και δημοσιεύθηκε αρχικά το 1824. Με μέτρο τροχαϊκό και αποτελούμενο από επτά νοηματικές ενότητες, εκφράζει με γοργό ρυθμό την ένταση των συναισθημάτων του ποιητή: τη θλίψη και την οργή, το θαυμασμό και το ορμητικό πάθος που τον διακατέχουν. Με τον Ύμνο εις την Ελευθερίαν, όπου και κυρίως οφείλεται η εν ζωή φήμη του Σολωμού, τα περισσότερα έργα του οποίου παρέμεναν αδημοσίευτα, ξεκινά μια νέα περίοδος, καρπός της οποίας είναι πιο σύνθετες ποιητικές μορφές, όπως η νεοκλασικίζουσα φιλελληνική Ωδή εις το θάνατο του Λόρδου Μπάιρον, (αδύναμο σχετικά αντίγραφο του «Ύμνου»), το επιγραμματικό έργο Η Καταστροφή των Ψαρών, τα πρώτα σχεδιάσματα της Γυναίκας της Ζάκυθος, και ο Διάλογος, με επίκεντρο τη διαμάχη για τη γλώσσα («Μήγαρις έχω άλλο στο νου μου πάρεξ ελευθερία και γλώσσα;») και πλήθος στοιχείων για το χαρακτήρα και την προσωπικότητά του ποιητή: ειλικρίνεια, φιλοπατρία, βαθειά καλλιέργεια και ουσιαστική έννοια για τον τόπο.

Το 1828, μετά από προστριβές με τον αδελφό του Δημήτριο για κληρονομικά ζητήματα, αλλά και επιδιώκοντας ένα πιο πνευματικό περιβάλλον, ταιριαστό στη μονήρη και απόλυτη φύση του, ο Σολωμός μετακόμισε στην Κέρκυρα. Στα πρώτα ευτυχισμένα χρόνια της διαμονής του εκεί, μελέτησε εντατικά τη γερμανική ρομαντική φιλοσοφία και ποίηση, από ιταλικές μεταφράσεις του φίλου του Νικολάου Λούντζη, ενώ συνέχισε να επεξεργάζεται το πεζόμορφο έργο Γυναίκα της Ζάκυθος και συνέθεσε το Λάμπρο. Αν και η πρόθεση του πρώτου έργου υπήρξε αρχικά σατυρική, αυτό που εντέλει κυριαρχεί είναι το σκοτεινό, το μεταφυσικό σχεδόν πνεύμα του Κακού που ταυτίζεται με το πρόσωπο της Γυναίκας της «κατά Σολωμό Αποκάλυψης». Η αφήγηση του ιερομόναχου Διονυσίου, αναφέρεται κατά πάσα πιθανότητα σε ένα συγγενικό πρόσωπο του Σολωμού, γεγονός που απέτρεψε την έκδοσή του από τον Πολυλά, με παρέμβαση του αδερφού του ποιητή. Ο ανολοκλήρωτος Λάμπρος, δραματικός σκοτεινός ήρωας του έργου, έχοντας αποκτήσει τέσσερα παιδιά με την ανύμφευτη Μαρία, συναντά ερωτικά εν αγνοία του την κόρη του. Ανακαλύπτοντας την αιμομιξία, η κόρη αυτοκτονεί. Ο Λάμπρος ομολογεί το έγκλημά του στη Μαρία και καταφεύγει σε μια εκκλησία όπου η Θεία Δίκη του στέλνει τα φαντάσματα των γιων του. Ο Λάμπρος, κυνηγημένος, πέφτει σε ένα γκρεμό και η Μαρία, τρελή πλέον από την οδύνη, πέφτει στη λίμνη προσβλέποντας στην ουράνια γαλήνη.

Κατά την περίοδο 1833-1838, η ζωή του ποιητή αναστατώθηκε εκ νέου εξαιτίας μιας σειράς από δίκες, μέσω των οποίων ο ετεροθαλής αδελφός του Ιωάννης Λεονταράκης διεκδικούσε τμήμα της πατρικής περιουσίας, εμμένοντας στο επιχείρημα ότι ήταν και κι εκείνος φυσικό τέκνο του κόντε Νικόλαου Σολωμού. Η δικαστική διαμάχη, παρά την ευνοϊκή για το Σολωμό απόφαση, οδήγησε τον ποιητή σε πλήρη αποξένωση από τη μητέρα του και σε ολοκληρωτικό σχεδόν εγκλεισμό. Αυτό ωστόσο, δεν ανέστειλε την ποιητική του δημιουργία, που αγγίζει την περίοδο αυτή το απόγειο της ωριμότητάς της, με τα ανολοκλήρωτα και θεωρούμενα σημαντικότερά του ποιήματα: τον αισθητικά και λογοτεχνικά άρτιο Κρητικό (1833), σε στίχο ιαμβικό δεκαπεντασύλλαβο, που εμπνέεται από την κρητική λογοτεχνική παράδοση και εξιστορεί την περιπέτεια ενός νέου που φεύγει από την Κρήτη μετά την αποτυχημένη επανάσταση του 1826, και τη μάταιη προσπάθειά του να σώσει την αγαπημένη του από την τρικυμία και το ναυάγιο. Κεντρικό σημείο του ποιήματος, η εμφάνιση του οράματος της Φεγγαροντυμένης, που η ερμηνεία της εξακολουθεί να απασχολεί τους μελετητές. Αφηγητής της ιστορίας είναι ο ίδιος ο Κρητικός, χρόνια αργότερα, όπου ζει μόνος ζητιανεύοντας, αναπολώντας το παρελθόν και προσβλέποντας σε μια μελλοντική συνάντηση με την αγαπημένη του στον Παράδεισο.

Το συγκλονιστικό έργο Ελεύθεροι Πολιορκημένοι ολοκληρώνεται ως β´ σχεδίασμα, σε ομοιοκατάληκτο δεκαπεντασύλλαβο, κατά την περίοδο 1833-1844, με αφορμή τη δεύτερη δραματική πολιορκία του Μεσολογγίου και την ηρωική, ανέλπιδη έξοδο των κατοίκων του, ενώ κεντρικό θέμα του είναι η ανιδιοτελής ανδρεία και η πάλη με τους πειρασμούς του επάνω κόσμου: την ανοιξιάτικη φύση που βομβίζει κι ευωδιάζει, γεννώντας τη λαχτάρα για τη ζωή. Ο μεταφυσικού κάλλους Πειρασμός, επαναδιατυπώνεται με ορισμένους από τους ωραιότερους ελληνικούς στίχους στο γ´ σχεδίασμα. Μετά το 1845, ο Σολωμός επεξεργάστηκε εκ νέου τους Ελεύθερους Πολιορκημένους σε ανομοιοκατάληκτη μορφή. Το τελευταίο έργο της ωριμότητάς του, ο Πόρφυρας (1847), εμπνέεται από ένα πραγματικό περιστατικό, κατά το οποίο ένας καρχαρίας κατασπάραξε έναν νεαρό Άγγλο στρατιώτη στο λιμάνι της Κέρκυρας, με αφορμή το οποίο, ο ποιητής θίγει τη σύγκρουση του ανθρώπου με τη φύση, του πνεύματος με τη φθαρτή ύλη. Σε αποσπασματική μορφή, παραδίδονται τα έργα Νικηφόρος Βρυέννιος, Εις το θάνατο Αιμιλίας Ροδόσταμο, Εις Φραγκίσκα Φραίζερ, Carmen Seculare και άλλα.

Παρά την απομόνωσή του, ο Σολωμός εξακολούθησε να βρίσκεται στο επίκεντρο ενός κύκλου θαυμαστών και μαθητών, ποιητών και πνευματικών ανθρώπων με καλλιέργεια, φιλελεύθερες ιδέες και υψηλή αισθητική. Οι Νικόλαος Μάντζαρος, Ιωάννης και Σπυρίδων Ζαμπέλιος, Ερμάννος Λούντζης, Nicolo Tommaseo, Ανδρέας Μουστοξύδης, Ανδρέας Λασκαράτος, Πέτρος Βράιλας Αρμένης, Ιάκωβος Πολυλάς, Ιούλιος Τυπάλδος, και Γεράσιμος Μαρκοράς (οι τρεις τελευταίοι θεωρούμενοι μαθητές του Σολωμού) συνθέτουν τον κλειστό κύκλο. Μετά το 1947, ο Σολωμός επιχείρησε να ξαναγράψει στα ιταλικά, δημιουργώντας ημιτελή ποιήματα και πεζά σχεδιάσματα, όπως η Γυναίκα με το μαγνάδι (La donna velata). Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια βασανιζόταν από έντονα ψυχικά προβλήματα, που γρήγορα εξελίχθηκαν σε σωματικά. Φοβίες και επιδεινούμενες νευρικές κρίσεις συνδυασμένες με προβλήματα αλκοολισμού και με έντονα προβλήματα υγείας μετά το 1851, οδήγησαν τον ποιητή στην ολοσχερή σχεδόν αποκοπή από τα λιγοστά φιλικά του πρόσωπα, ενώ μετά την τρίτη εγκεφαλική συμφόρηση που υπέστη το 1856, απομονώθηκε στην οικία του. Στις 9/21 Φεβρουάριου του 1857, «ημέρα της εβδομάδας Σάββατο και περί ώρα δεκάτη πρωινή, σε ηλικία 58 ετών και δέκα μηνών, τερματίστηκε στην Κέρκυρα η βιοτική πορεία του Διονυσίου Σολωμού, πρυτάνεως των ελλήνων ποιητών», στην ίδια οικία που στεγάζει σήμερα την Εταιρεία Κερκυραϊκών Σπουδών και το Μουσείο Σολωμού, βυθίζοντας σε πένθος το λαό της Κέρκυρας, όπου «ο Δήμαρχος Κερκυραίων έδωσε εντολή να παύσουν οι εορταστικές εκδηλώσεις και τα συνήθη ξεφαντώματα και να μην λειτουργήσουν οι θεατρικές σκηνές» και η Ιόνιος Βουλή διέκοψε τις εργασίες της. Επτά χρόνια αργότερα, το 1864, οι 24 πρώτες στροφές από τον «Ύμνον εις την Ελευθερίαν», μελοποιημένοι από το Νικόλαο Μάντζαρο, νομοθετήθηκαν ως ο εθνικός ύμνος της Ελλάδας, γεγονός που αποτέλεσε την πρώτη επίσημη αναγνώριση του ποιητή στην κυρίως Ελλάδα και συνέβαλε καθοριστικά -αν και μονόπλευρα- στην ευρύτερη διάδοση του έργου του. Το 1865, μετά από αίτημα του αδελφού του Δημητρίου, τα οστά του Διονυσίου Σολωμού μεταφέρθηκαν στη Ζάκυνθο.

Οι πρώτες απόπειρες ερμηνείας της αποσπασματικής μορφής του σολωμικού έργου, συνδέθηκαν διαδοχικά με την απουσία κατάλληλου πνευματικού περιβάλλοντος, την έλλειψη ικανών λογοτεχνικών ελληνικών προτύπων, τον αλκοολισμό του ποιητή, την έλλειψη συνθετικής ικανότητας, την έντονη για τον εύθραυστο ψυχισμό του δοκιμασία της δίκης του 1833 – 1838, την τελειοθηρία και το κυρίαρχο στη ζωή και το έργο του αίσθημα του ανικανοποίητου. Τα χειρόγραφα του Σολωμού, που εκδόθηκαν το 1859 από τον πιστό μαθητή του, Ιάκωβο Πολυλά, με την πεποίθηση ότι το χειρόγραφο με την οριστική μορφή του έργου του είχε χαθεί, αποκαλύπτουν όλα τα στάδια επεξεργασίας τους, χωρίς απαραίτητα το τελευταίο να είναι και το τελικό. Προχωρώντας από την αρχική απογοήτευση των πρώτων αναγνωστών για το «ατελές» έργο ενός Μεγάλου, (ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης έγραφε το 1857 στον Κ. Ασώπιο ότι «εψεύσθησαν αι ελπίδες του έθνους» και το 1877 στον Ε. Ροΐδη ότι ο Δ.Σ. άφησε πίσω του «έναν μόνο ύμνο και ολίγας ασυναρτήτους στροφάς»), στο κριτικό έργο του Κ. Παλαμά που μετά το 1880, πρώτος αναγνώρισε την ιστορική σημασία του έργου του Σολωμού, και στους μελετητές των αρχών του 20ου αιώνα, όπου έγινε πλέον αποδεκτή η μη ύπαρξη μιας τελειότερης εκδοχής (σύμφωνα με τον Λίνο Πολίτη, στους Ελεύθερους Πολιορκημένους, «δεν θέλησε ή δεν ενδιαφέρθηκε να εντάξει τα λυρικά κομμάτια σ’ ένα σύνολο αφηγηματικό... εμμένοντας στην καθαρή λυρική έκφραση και προχωρώντας προς μια κατάκτηση ενός «καθαρού» λυρικού χώρου, πολύ πιο πριν από την εποχή του»), φτάνουμε στη σύγχρονη θεώρηση του έργου του Σολωμού: τα επίπονα σχεδιάσματα, γίνονται αντιληπτά ως πρώιμη «καθαρή ποίηση» και η αποσπασματικότητα του έργου του, πολύτιμη παρακαταθήκη, με τον «πάντ’ ανοιχτό» και «άγρυπνο» τρόπο που προσδιόρισε ο Βάρναλης: «Ο Σολωμός πάντα τα έγραφε, αλλά ποτές του δεν τα έγραψε...».



μνημονεύετε Διονύσιο Σολωμό…: 65 απόπειρες

Το Σεπτέμβριο του 2007, περιδιαβαίνοντας τους υπαίθριους πάγκους στο Μοναστηράκι του Πειραιά, ανέσυρα μια μικρή αλατιέρα: στη μπροστινή όψη της, το πορτραίτο εκείνου που από την αρχή αναγνώρισα, περιμένοντας ωστόσο με γαργαλιστική αγωνία την κατάφαση του παλαιοπώλη· «ο ποιητής με τον Ύμνο…». Στην πίσω όψη, το γνωστό επίγραμμα: «Χαίρε, ω χαίρε Ελευθεριά». Κουβαλώντας θριαμβικά το τρόπαιο στην τσέπη μου, αρέσκομαι να φαντάζομαι έκτοτε ότι πασπαλίζω αυτή την αφήγηση με ψήγματα ελευθερίας και σκέψεων…

Ποια είναι, άραγε, η ανοίκεια ιστορία του Δ.Σ. πίσω από τις οικείες λέξεις; Η υπόσταση του Δ. Σολωμού ως φωτεινού σημείου λογοτεχνικής αναφοράς, και σε δεύτερο επίπεδο, ως περίκλειστης, μυθοποιημένης εν ζωή προσωπικότητας, αφιερωμένης ψυχή τε και σώματι στην ιερότητα της τέχνης, στη νοητή συνομιλία με τους αγγέλους της Δόξας, της Δικαιοσύνης και της Ελευθερίας, στο καθαρό απόσταγμα του έρωτα για τον Έρωτα, φτερουγίζει προς την αθανασία. Ποιητικά και πεζά έργα διαφορετικών τάσεων και εποχών με αντικείμενο τον ίδιο, διαπερνώνται από την αναπόφευκτη «ταρίχευση» της μορφής και τον απόηχο του λόγου του, του λαμπερού και συνάμα αγωνιώδη. Μελέτες, άρθρα, βιογραφίες, ανασύρουν σκόρπια πραγματολογικά στοιχεία, ενθαρρύνοντάς τα στη συνέχεια να διεισδύσουν στο πεδίο της ρομαντικής εξιδανίκευσης. Εικασίες όμως μπορούμε μόνο να κάνουμε, για τη ζοφερή καθημερινότητα του αναγκαστικά φερόμενου ως «Εθνικού» μας ποιητή. Ο ίδιος είχε -εις μάτην- αναγάγει τη εξασθενημένη λεκτική βακτηρία του «εθνικού» στη συμπαγή ωραιότητα της αληθινής του υπόστασης, ορίζοντας πως «το έθνος οφείλει να θεωρεί εθνικόν ό,τι είναι αληθές». Λίγα γνωρίζουμε για τις ποικίλες αποχρώσεις μιας ιδιάζουσας και ανικανοποίητης προσωπικότητας πίσω από το κέλυφος της ενδόξου μνήμης. Σπαράγματα μόνο διαθέτουμε, από το συγκλονιστικό όλον ενός δημιουργού που ενώ αποτελεί αρχετυπική ολότητα, αναγνώστηκε μόνο στις παρυφές του.

Η απόπειρα μνημόνευσης του Σολωμού που εκτυλίσσεται στην παρούσα έκδοση, συντίθεται από 65 διαφορετικά βλέμματα που εστιάζονται στη ζωή και το έργο του Ποιητή: απόπειρες πορτραίτων του ίδιου ή των λογοτεχνικών ηρώων του, δοκιμαστικές ενδελέχειες με αναφορά στην προσωπικότητα και τον ψυχισμό του, τοπία της ζωής και της έμπνευσης, οικογενειακές και οικείες φιγούρες που τον σημάδεψαν, εικονολογικές προσεγγίσεις μιας ποιητικής πλοκής, ενορατικές αποδόσεις μιας πεζής αφήγησης, εξαντλητικές καταβυθίσεις σε μια λέξη, εικονοποιημένες ιδιωτικές απαγγελίες ενός στίχου, απηχώντας την αποσπασματικότητα της ζωής και του έργου του, προτείνονται ως ανοιχτά σχεδιάσματα μιας -κατ’ ανάγκη αποσπασματικής– αναζήτησης με λανθάνοντα όρια.


μνημονεύετε Διονύσιο Σολωμό…: σχεδιάσματα πορτραίτου

Με την ανάμνηση ετερόκλητων πορτραίτων του Διονυσίου Σολωμού («Ο Διονύσιος Σολωμός βρέφος» του Νικόλαου Κουτούζη, η μαρμάρινη προτομή του Δ. Σολωμού στον Εθνικό Κήπο της Αθήνας, ο ολόσωμος ανδριάντας του Σολωμού στη Ζάκυνθο, έργο του Γεώργιου Βρούτου του 1902, «Ο Διονύσιος Σολωμός σε νεανική ηλικία» στη Συλλογή του Μουσείου Σολωμού και Επιφανών Ζακυνθίων», οι προσωπογραφίες και τα χαρακτικά υπό αγνώστου στις Συλλογές του Μουσείου Μπενάκη και αλλού, «Ο Διονύσιος Σολωμός με τυπική δυτική ενδυμασία της εποχής», σε έγχρωμο χαρακτικό των μέσων του 19ου αιώνα, «Ο Διονύσιος Σολωμός νεκρός», σε σχέδιο του Διονυσίου Βέγκια κ.α.), συνομιλεί η πρώτη ενότητα της έκθεσης, επιχειρώντας να γεφυρώσει το χρόνο, να περιπλανηθεί σε καινούρια στοιχεία: εδώ εντάσσονται τα χαρακτικά του Γιώργη Βαρλάμου «Διονύσιος Σολωμός» και του Γιάννη Γουρζή «Σολωμού Μούσες», το ιστορικό ψηλάφισμα του Αλέξη Βερούκα, «Διονύσιος Σολωμός, αρχαιομέτρης», οι απόπειρες ζωγραφικού πορτραίτου του Δ.Σ. της Τάνιας Δημητρακοπούλου, του Παναγιώτη Μπελντέκου, του Μανώλη Μπιτσάκη, του Κώστα Παπατριανταφυλλόπουλου, του Βαγγέλη Τζερμιά και του Γιάννη Ψυχοπαίδη, οι γλυπτές προτομές του Δ.Σ. του Παναγιώτη Πασάντα και του Πραξιτέλη Τζανουλίνου. Απόπειρες συνθετικής αφήγησης του κόσμου του τα έργα του Γιάννη Αδαμάκη «Πορτραίτο του Διονυσίου Σολωμού» και του Ανδρέα Κοντέλλη «Για τον Δ. Σολωμό», ενδελεχής ματιά στη σκέψη του το έργο του Άγγελου Αντωνόπουλου, αφιέρωμα στην ταύτιση ζωής-γραφής τα έργα του Χρήστου Κεχαγιόγλου «Εγώ ο Διονύσιος» και του Τάσου Χώνια «Χωρίς τίτλο». Υπομνήσεις του Δ.Σ. και τα μη-πορτραίτα της Νανάς Βέττα «Σε βυθό πέφτει από βυθό ως που δεν ήταν άλλος / Εκείθ’ εβγήκε ανίκητος» με αναφορά, πέρα από τους στίχους του β´ σχεδιάσματος των Ελεύθερων Πολιορκημένων, στον ταραγμένο ψυχισμό και τη θριαμβική, δια του λόγου ανύψωση του Δ.Σ., του Σταμάτη Ζέρβα «Στο καλό» & «Κάτι λείπει», με την αδειανή ρεντικόντα της σωματικής απουσίας να γεμίζει από λέξεις διαχρονικής παρουσίας, του Θεόφιλου Κατσιπάνου, με το Δ.Σ. να εμφανίζεται ως παντοτινή αντανάκλαση στις σελίδες των έργων του, της Νίκης Νικολαΐδη «Il ultimo paraiso», με τον Δ.Σ. να υπερίπταται στον Παράδεισο των αληθινών ποιητών, και του Δημήτρη Σκουρογιάννη, με τον «Ξένο» Σολωμό, να περιπλανάται στο αεί της αιωνιότητας και της μνήμης, να ανήκει παντού και πουθενά.

μνημονεύετε Διονύσιο Σολωμό…: η ενατένιση του κόσμου

Τα τοπία και οι φιγούρες της ζωής και της έμπνευσης του Δ. Σολωμού, εικονίζονται στην επόμενη ενότητα: η εξοχική τοποθεσία του Λόφου του Στράνη στη Ζάκυνθο, όπου περπατούσε ή κατά καιρούς διέμενε ο ποιητής (στο ομώνυμο κτήμα του φίλου του Στράνη) και όπου φέρεται να έγραψε τον «Ύμνο εις την Ελευθερίαν», επανέρχεται στα έργα του Σταύρου Ιωάννου «Στο λόφο του Στράνη», της Μαρίας Κτιστοπούλου, «Στη ρίζα ενός δέντρου στο λόφο του Στράνη» και της Μαρίνας Στελλάτου «Απ’ το λόφο του Στράνη» και «Με το βλέμμα του ποιητή». Την ενατένιση του ηρωικού Μεσολογγίου μαντεύουν τα έργα του Δημήτρη Ανδρεαδάκη «Μεσολόγγι» και της Αλεξάνδρας Ισακίδη «Λιμνοθάλασσα του Μεσολογγίου», ενώ στο έργο της «Τοπική φορεσιά των Επτανήσων 19ος αιώνας», η Λήδα Κοντογιαννοπούλου φαντάζεται μια ελάχιστη ανθρώπινη παρουσία, συντροφική του μοναχικού τοπίου που περιέβαλλε τον ποιητή.

μνημονεύετε Διονύσιο Σολωμό…: οι λέξεις

Τα περισσότερα, ωστόσο, έργα του αφιερώματος, γητεύονται από τους άλλοτε «λαβυρινθώδεις» κι άλλοτε «παραμυθητικούς» στίχους και τις περιγραφές, ακολουθούν και αποδομούν τις λέξεις, οραματίζονται τις σκηνές, τα όνειρα και την πραγματικότητα, την ανάσταση και το θάνατο, τα τοπία και τα μη-τοπία, τον τόπο και τον μη-τόπο, την Άνοιξη και το Χειμώνα, την τρικυμία και τη νηνεμία των νερών, το άυλο και την ύλη, τους ήρωες και τους πεπτωκότες, τα οράματα και τα φαντάσματα, τους άνδρες και τις γυναίκες, τους αγγέλους και τους θνητούς, τους δειλούς και τους γενναίους, την τιμωρία και τη συμπόνια, τον Προμηθέα και τον Επιμηθέα, τον Παράδεισο και την Κόλαση, τους αμαρτωλούς και τους λυτρωμένους, τους νεκρούς και τους ζωντανούς.

Η Ειρήνη Γκόνου καταπιάνεται «Με τη γραφή του» Σολωμού, ενώ ακολουθούν οι αναφορές σε συγκεκριμένους στίχους ή έργα. Επιλέγοντας τα πρώιμα ελληνικά ποιήματα του Σολωμού, ο Αλέκος Κυραρίνης συνομιλεί με την ορφανή «Ανθούλα», η Κλειώ Μακρή υπαινίσσεται ένα χάδι στην τρυφερή παρειά της «Ξανθούλας» και ο Αντώνης Στάβερης, ανασυνθέτει την οραματική ηρωίδα στο «Όνειρο».

Ακολουθεί ο «Ύμνος εις την Ελευθερίαν», του 1823. Στη στροφή 8 αναφέρεται «σηκώνοντας το βλέμμα» στον ποιητή ο Αδριανός Σωτήρης: «και εις το ρούχο σου έσταζ’ αίμα, πλήθος αίμα Ελληνικό», ενώ στον «Άδη» του, ο Μιχάλης Μαδένης διαμελίζει ταυτόχρονα τις λέξεις και τα κορμιά, αναγιγνώσκοντας τις στροφές 47 («και οι βροντές και το σκοτάδι / οπού αντίσκοφτε η φωτιά, / επαράσταιναν τον Άδη / που ακαρτέρειε τα σκυλιά·), 64 (Κοίτα χέρια απελπισμένα / πώς θερίζουνε ζωές! / Χάμου πέφτουνε κομμένα / χέρια, πόδια, κεφαλές) και 65 (και παλάσκες και σπαθία / με ολοσκόρπιστα μυαλά, / και με ολόσχιστα κρανία, / σωθικά λαχταριστά). Προχωρώντας, όπως κι ο Δ.Σ., από την οδύνη στη λύτρωση, ο Μίλτος Παντελιάς απευθύνεται στην ίδια την Ελευθερία: «Και εσύ αθάνατη, εσύ θεία που ό,τι θέλεις ημπορείς» που εικονίζεται στη στροφή 82 να περπατά ματωμένη στον έρημο κάμπο, ενώ ο Παναγιώτης Τούντας ταυτίζει τον «Ύμνο εις την Ελευθερίαν» με το ίδιο το πορτραίτο του Σολωμού. Τέλος, η Ηώ Αγγελή με την «Ελευθερία» και ο Αχιλλέας Παπακώστας στην «Προσμονή», επανεξετάζουν το διαχρονικό κοινωνικό ή και πολιτικό ζήτημα της ανθρώπινης ελευθερίας, που επανέρχεται στην επικαιρότητα χωρίς ορατές λύσεις.

Στο μικρό σπαρακτικό Επιτάφιο θρήνο του Δημήτρη Κατσιγιάννη «Χωρίς Τίτλο», συναντούμε αναμνήσεις του «Ύμνου»: (88. «Πήγες εις το Μεσολόγγι / την ημέρα του Χριστού, / μέρα που άνθισαν οι λόγγοι / για το τέκνο του Θεού) αλλά και της Ωδής «Εις το θάνατο του Λορδ Μπάυρον»: (138 «Γιατί εκείτεταν στην κλίνη, / Και του εβάραινε πολύ / Πως για πάντα είχε να μείνει / Και από Σε να χωριστεί), ενώ η Ελιάννα Προκοπίου («Εις Μάρκο Μπότσαρη»), επιλέγει το θρήνο του 1823 για τον Έλληνα ήρωα: «Η Δόξα δεξιά συντροφεύει / Τον άντρα που τρέχει με κόπους / Της Φήμης τους δύσβατους τόπους, / Και ο Φθόνος του στέκει ζερβιά, / Με μάτια, με χείλη πικρά…».

Στο μικρό κοφτερό συμπύκνωμα της «Καταστροφής των Ψαρών» του 1824, (Στων Ψαρών την ολόμαυρη ράχη / Περπατώντας η Δόξα μονάχη / Μελετά τα λαμπρά παλληκάρια / Και στην κόμη στεφάνι φορεί / Γεναμένο από λίγα χορτάρια / Που είχαν μείνει στην έρημη γη), επιλέγουν να βηματίσουν, ο Μίλτος Γκολέμας, «…περπατώντας η Δόξα μονάχη…», ο Θανάσης Μακρής «Στων Ψαρών την ολόμαυρη ράχη», ο Ξενοφών Μπήτσικας «Μαύρη Ράχη», ο Στέλιος Πετρουλάκης «Η δόξα των Ψαρών» και ο Π. Τέτσης «Στων Ψαρών την ολόμαυρη ράχη».

Από τον «Λάμπρο» του 1829, ο Κώστας Παππάς ιχνηλατεί το προφητικό «Όνειρο της Μαρίας» (…«M’ ένα πικρό χαμόγελο στο στόμα / Έρχεται η κόρη εκεί και με σιμώνει· / Tης τυλίγει ένα σάβανο το σώμα, / Που στον αέρα ολόασπρο φουσκώνει· / Aλλά πλια χλωμιασμένο είναι το χρώμα / Tου χεριού που ομπροστά μου αντισηκώνει, / Kαι της τρέμει, όπως τρέμει το καλάμι, / Δείχνοντας το σταυρό στην απαλάμη. / Kαι βλέπω απ’ το σταυρό και βγαίνει αίμα / Mαύρο μαύρο, και τρέχει ωσάν τη βρύση·…», ενώ ο Ανδρέας Γεωργιάδης αφουγκράζεται το νυχτερινό σκότος στην «Τρελή μάνα ή Το κοιμητήριο» (…Σε κοιμητήριο / Είναι στημένα / Δυο κυπαρίσσια / Αδελφωμένα / Που πρασινίζουνε / Μες στους σταυρούς. / Όταν μεσάνυχτα / Καταβουΐζουν / Οι ανέμοι…).

Τα έργα της Αλίνας Μάτσα «Φεγγαροντυμένη» και της Μαρίας Φιλοπούλου «Τα κύματα έσχιζα μ’ αυτό, τ’ άγρια και μυρωδάτα», αντλώντας από τον «Κρητικό» του 1833, αναφέρονται στο αταύτιστο ως σήμερα όραμα της Φεγγαροντυμένης που «έτρεμε το δροσάτο φως στη θεϊκιά θωριά της» και στη μάταιη προσπάθεια του ήρωα να σώσει την αγαπημένη του από τον πνιγμό στη θάλασσα, που τρόμαζε και ταυτόχρονα μάγευε τον ίδιο τον ποιητή (βλ. «Ευρυκόμη», «Το Κολύμπι», τον «Πόρφυρα» ή τους «Ελεύθερους Πολιορκημένους», σχεδίασμα γ´ 9: «τα σπλάχνα μου κι η θάλασσα ποτέ δεν ησυχάζουν…»).

Στη μυθοπλασία των «Ελεύθερων Πολιορκημένων» εισχωρεί το έργο του Αλέκου Φασιανού «Αγωνιστές της Ελευθερίας», ενώ τα επόμενα έργα της ενότητας αναφέρονται κατά κύριο λόγο στον «Πειρασμό» της άνοιξης του αριστουργηματικού έκτου μέρους του γ´ σχεδιάσματος: Η Κατερίνα Ανταχοπούλου στον «Πειρασμό», εστιάζει στο μικροσκοπικό κι ευωδιαστό κάλλος των πραγμάτων, η Καλλιρρόη Μαρούδα, μνημονεύει τους ίδιους τους στίχους «Έστησ’ ο Έρωτας χορό με τον ξανθόν Απρίλη κι η φύσις ηύρε την καλή και τη γλυκιά της ώρα…», πλάθοντας ένα τρυφερό πορτραίτο του Σολωμού, ενώ η Σταματίνα Ντούτσουλη ραίνει τον ποιητή με «Τα κυκλάμινα των πολιορκημένων». Τέλος, η Ματίνα Σταυροπούλου, στο έργο «Ο Δραπετεύων Άγγελος», γεφυρώνει την ανάμνηση της Βενετίας με τον οραματικό Άγγελο του έβδομου και του όγδοου μέρους του γ´σχεδιάσματος: («Έρμα ’ν’ τα μάτια, που καλείς, χρυσέ ζωής αέρα» και «Άγγελε, μόνον στ’ όνειρο μου δίνεις τα φτερά σου;/ Στ’ όνομ’ Αυτού που σ’ τάπλασε, τα’ αγγειό τα ερμιάς τα θέλει…).

Στον Πόρφυρα, τελευταίο έργο της ωριμότητας του ποιητή (1847), στο αδικοχαμένο κάλλος του νεαρού ξανθού Άγγλου στρατιώτη και στο εφήμερο της φύσης αναφέρονται τα έργα του Στέλιου Αλεξάκη «Ο άγγλος στρατιώτης του Πόρφυρα» και του Σάββα Γεωργιάδη «Πόρφυρας»: (…Kι η φύσις όλη τού γελά και γένεται δική του…. / Aλλ’ απαντούν τα μάτια του τρανό θεριό πελάγου…/ Άστραψε φως κι εγνώρισεν ο νιος τον εαυτό του. / Aπομεινάρι θαυμαστό ερμιάς και μεγαλείου,
όμορφε ξένε και καλέ και στον ανθό της νιότης, / άμε και δέξου στο γιαλό του δυνατού την κλάψα…).

Εκτενής μνεία γίνεται στην παραληρηματική «Γυναίκα της Ζάκυθος» (1826-1829) που ο Σπύρος Αγγελόπουλος («Η γυναίκα της Ζάκυθος σε ηλικία δεκατεσσάρων χρόνων») φαντάζεται σε ανύπαρκτη νεανική ηλικία και ο Χρόνης Μπότσογλου («Η γυναίκα της Ζάκυθος») αποδίδει σε εναγώνιο σχεδίασμα. Η Μαρίνα Κροντηρά με το έργο «…δεν ήτανε το τριπίθαμο μπουρίκι αλλά εφάνηκε σωστή», αναφέρεται στο τέταρτο κεφάλαιο του κειμένου, όπου η τερατόμορφη ψυχικά και σωματικά Γυναίκα της Ζάκυθος, καθώς επιτίθεται λεκτικά στις μαρτυρικές γυναίκες του Μεσολογγίου, παίρνει για λίγο το ύψος και το βλέμμα ενός «κανονικού ανθρώπου», ο Στέφανος Δασκαλάκης στη «Σύνθεση», ψηλαφεί «τα κεράκια στην πρασινάδα» που «ελάμπανε και το λιβάνι ανέβαινε» του πέμπτου κεφαλαίου της προφητείας, και ο Νίκος Μόσχος στη «Γυναίκα της Ζάκυθος», ανασυνθέτει τις στρεβλώσεις του νου και του καθρέφτη των κεφαλαίων 6 και 7 που στοιχειώνουν το παραπαίον βλέμμα του κακού: «…Και έφριξα και έστριψα στην αντίκρυ μερία το πρόσωπό μου, και εξανάσανε το μάτι μου στον καθρέφτη, ο οποίος δεν έδειχνε παρά τη γυναίκα μοναχή και εμέ και το φως…».

Η περιήγηση στις λέξεις του Σολωμού, ολοκληρώνεται με τις αναφορές σε ελληνικά ανέκδοτα και παραλειπόμενα, καθώς και στα ποιήματα και τα πεζά ιταλικά κείμενα της τελευταίας δεκαετίας (1847-1857). Το έργο της Έλενας Παπαδημητρίου «Στες ερμιές τ’ουρανού», αναφέρεται σε αδημοσίευτο αρχικά σχεδίασμα από νεανικό τετράδιο του Σολωμού («Ιδού που λαμπυρά σουρποεντυμένο / Στες ερμιές τ’ ουρανού βγαίνει το βράδυ / Και μακρύτατο σέρνει οκνό σκοτάδι / Μαυριλιασμένο…), ενώ διαφορετικούς αδημοσίευτους στίχους αναγιγνώσκει η Δάφνη Αγγελίδου στο έργο «Κοιτάζοντας τον ουρανό, αληθινή πατρίδα»: (Κοιτάζοντας τον ουρανό, αληθινή πατρίδα, / Και γι’ άλλη δε χρειάζεται νάχη κανείς φροντίδα / Βγαίνουν απέκει αστόχαστα, κι’ είναι οι ψυχές τους θείες / Από μορφές και χρώματα και ηχούς και μυρουδίες / Που ξεψυχάνε από φως που χύνουνε τα’ αστέρια…). Τέλος, η Καλλιόπη Ασαργιωτάκη ζωγραφίζει τη «Γυναίκα με το μαγνάδι» (La donna velata), μια «Μορφή, που όσο κι αν τη σκέπαζε μαγνάδι, φάνταζε θεϊκιά σε όλα, ακόμα και στον τρόπο που έστεκε ασάλευτη», στην υπερβατική φαντασία του ανολοκλήρωτου ερωτικά ποιητή.

Τα έργα της Ειρήνης Κανά, «Εθνική γιορτή» και του Ανδρέα Νικολάου, «Τα απομεινάρια μιας γιορτής», κλείνουν τον κύκλο μόνο για λίγο, παραφράζοντας τη φράση του «Εθνικού» ποιητή: «κλείσε στην ψυχή σου το Σολωμό και θα νιώσεις μέσα σου κάθε είδους μεγαλείο». Αυτό που τελειώνει, θα αρχίζει και πάλι, οσάκις θα μνημονεύουμε τον Διονύσιο…


Ίρις Κρητικού

Αύγουστος-Δεκέμβριος 2007





Επιλεγμένη βιβλιογραφία που χρησιμοποιήθηκε για την έκθεση και την εισαγωγή


Εργογραφία-Αφιερώματα


Διονυσίου Σολωμού, Άπαντα, Επιμέλεια-Μετάφραση-Σημειώσεις: Λίνου Πολίτη, τόμος πρώτος Ποιήματα, τόμος δεύτερος Πεζά και Ιταλικά, τόμος δεύτερος: παράρτημα, Ιταλικά ποιήματα και πεζά, με συνεργασία Γ. Ν. Πολίτη, τόμος τρίτος Αλληλογραφία, εκδόσεις Ίκαρος 1991.

Διονυσίου Σολωμού: Η γυναίκα της Ζάκυνθος - Η τρίχα, επιμέλεια Παναγιώτης Καρματζός, εκδόσεις Εκάτη 2006.

Εισαγωγή στην ποίηση του Σολωμού, επιλογή κριτικών κειμένων, επιμέλεια Γιώργου Κεχαγιόγλου, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2003.

Γρικώντας την άπλαστη αρμονία των ουρανών, επικήδειοι, επιτάφιοι και νεκρολογίες για τον Διονύσιο Σολωμό, επιμέλεια Γιώργος Κεντρωτής, εκδόσεις Ύψιλον 2002.

Αρετή και δόξα του Διονυσίου Σολωμού, εις μνήμην και τιμήν, Τετράδια Ευθύνης, τχ. 22, 1984.

Στο φως της καλοσύνης του, στο φως της ομορφιάς του: ποιητών αναθήματα στον Διονύσιο Σολωμό, επιμέλεια Διονύσης Σέρρας, εκδόσεις Μπάστας – Πλέσσας 1998.

Σολωμός. Προλεγόμενα κριτικά. Στάης – Πολυλάς – Ζαμπέλιος, επιμέλεια Α.Θ. Κίτσου-Μυλωνά, εκδόσεις Γαβριηλίδης 2004 (ΕΛΙΑ, Αθήνα 1980).


Μελέτες

Αθανασόπουλος Β., «Φως - Σώμα. Φως και υπερβατική σωματικότητα στο ποιητικό τοπίο του Σολωμού», Το ποιητικό τοπίο του ελληνικού 19ου και 20ου αιώνα Α´, σ.199 - 274, Αθήνα, Καστανιώτης, 1995

Αλεξίου, Στυλιανός, Σολωμικά, εκδόσεις Στιγμή 1994.

Αλεξίου, Στ., Σολωμιστές και Σολωμός, εκδόσεις Στιγμή 1997.

Ασλανίδης Ε. Γ., Η γυναίκα της Ζάκυνθος και η ποιητική διαφωνία, εκδόσεις Ίκαρος ψυχαναλυτική σειρά 2000.

Βάρναλης Κ., Ο Σολωμός χωρίς μεταφυσική, Αθήνα, Στοχαστής, 1925
Βάρναλης, Κ., Σολωμικά, εκδόσεις Κέδρος 1987 (πρώτη έκδοση 1957).

Βελουδής Γ., Διονυσίου Σολωμού Στοχασμοί στους Ελεύθερους Πολιορκημένους, Ιταλικό κείμενο, μετάφραση, σχόλια, Αθήνα, Περίπλους, 1997

Βελουδής, Γ., Ο Σολωμός των Ελλήνων, εθνική ποίηση και ιδεολογία: μια πολιτική ανάγνωση, εκδόσεις Πατάκη 2004.

Coutelle, L., Πλαισιώνοντας τον Σολωμό (1965-1989), εκδόσεις Νεφέλη σειρά λογοτεχνία & φιλολογία 1990.

Γαραντούδης, Ευ., Οι επτανήσιοι και ο Σολωμός. Όψεις μιας σύνθετης σχέσης.(1820-1950), Καστανιώτης, Αθήνα 2001

Δημητρούλης, Δ., Φάκελος: Διονύσιος Σολωμός, ανατομία ενός εθνικού θρίλερ, εκδόσεις Μεταίχμιο 2003.

Θέμελης Γ., Ο Σολωμός ανάμεσά μας. Αναζήτηση της αληθινής ανθρώπινης φύσης, Θεσσαλονίκη, Κωνσταντινίδης, 1971
Καλλιτεράκη, Ευ., Διονύσιος Σολωμός: Μια ψυχαναλυτική προσέγγιση, εκδόσεις Γαβριηλίδης 2005 (με δύο πίνακες του Χρ. Μπότσογλου στην προμετωπίδα)

Καψάσκης Σ., Μοναχικοί μαυροντυμένοι περιπατητές της Κέρκυρας. Σολωμός- Κάλβος, Αθήνα, Τυπωθήτω, 1997 (8)

Καπαδόχου, Δημήτριος Χρ., Ο Σολωμός, δέσμιος του νομικού καθεστώτος της εποχής του, η πρώτη ολοκληρωμένη βιογραφία του ποιητή, εκδόσεις Τυπωθήτω - 2005.

Καψωμένος Ε. Γ., Η σχέση ανθρώπου - φύσης στο Σολωμό, Χανιά, 1979 (2η έκδοση)
Καψωμένος Ε. Γ., Ο Σολωμός και η ελληνική πολιτισμική παράδοση, ερμηνευτική μελέτη, Αθήνα, έκδοση της Βουλής των Ελλήνων, 1998
Καψωμένος, Ε. Γ., Καλή’ ναι η μαύρη πέτρα σου – ερμηνευτικά κλειδιά στο Σολωμό, εκδόσεις Εστία 2006.

Λορεντζάτος Ζ., Για το Σολωμό, τη λύρα τη δίκαιη, Αθήνα, ´Ικαρος, 1974

Mackridge P., Διονύσιος Σολωμός, μτφρ. Κ. Αγγελάκη - Ρουκ, Καστανιώτης, 1995

Παλαμάς, Κωστής, Διονύσιος Σολωμός, εκδόσεις Νέα Ελληνική Βιβλιοθήκη 1970.

Πολίτης Λίνος, Γύρω στο Σολωμό, Μ.Ι.Ε.Τ., Αθήνα 1985

Ροζάνης, Στ., Η αισθητική του αποσπάσματος, μια αισθητική προσέγγιση στον Λάμπρο του Σολωμού, εκδόσεις Ίδρυμα Γουλανδρή – Χόρν 1997.

Στεργιούλας, Δ., Ο Ντίνος Χριστιανόπουλος για τον Διονύσιο Σολωμό (δύο συνεντεύξεις), Οδός Πανός, 2004

Τσαντσάνογλου Ελ., «Σολωμός Διονύσιος», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό 9α, Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1988

επίσης:


Εθνικό Κέντρο Βιβλίου / Αρχείο Ελλήνων λογοτεχνών HYPERLINK "http://www.ekebi.gr" www.ekebi.gr

Κείμενα Διονυσίου Σολωμού: HYPERLINK "http://www.diapolitismos.gr/" www.diapolitismos.gr/

HYPERLINK "http://www.corfuweb.gr/solomos.htm" www.corfuweb.gr/solomos.htm
Wikipedia (βιογραφικά στοιχεία)